mindset

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmaɪndsɛt/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mindset,
mind-set
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(attitude, mentality)νοοτροπία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  στάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You need a positive mindset to overcome these obstacles.
 Χρειάζεσαι θετική νοοτροπία για να ξεπεράσεις αυτά τα εμπόδια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mindset' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [calculated, strategic, creative] mindset, a [financial, political, commercial, public, marketing] mindset, (need to) get into the mindset of, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mindset στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mindset'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης