mindful

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmaɪndfʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmaɪndfəl/ ,USA pronunciation: respelling(mīndfəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mindful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (aware, thinking about)που λαμβάνει υπόψη κτ, που υπολογίζει κτ, που σκέφτεται κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με κάτι)προσεκτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Yoga taught Jean to live a mindful lifestyle.
 Η γιόγκα δίδαξε στη Ζαν να ζει μια προσεκτική ζωή.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be mindful of [sth] adj + prep (give [sth] thought or awareness)έχω κτ στο νου μου, έχω κτ στο μυαλό μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γνωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με γενική)έχω επίγνωση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 She only stayed a short time, as she was mindful of her need to study quite a bit before going to bed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mindful' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a mindful [worker, child, person, parent, boss], a mindful [thought, attitude, action], a mindful [step, approach, use], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mindful στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mindful'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης