militarism

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɪlɪtərɪzəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmɪlɪtəˌrɪzəm/ ,USA pronunciation: respelling(mili tə riz′əm)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
militarism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (use of military force to accomplish goals)μιλιταρισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στρατοκρατία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
militarism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (policy of giving centrality to military ideals)μιλιταρισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στρατοκρατία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση militarism στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'militarism'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης