meteorology

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌmiːtiəˈrɒlədʒi/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌmitiəˈrɑlədʒi/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(mē′tē ə rolə jē)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
meteorology nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (study of the weather)μετεωρολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Do weather forecasters study meteorology or are they just pretty faces?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'meteorology' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση meteorology στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'meteorology'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης