metaphysical

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'metaphysical', 'Metaphysical': /ˌmɛtəˈfɪzɪkəl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌmɛtəˈfɪzɪkəl/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(met′ə fizi kəl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
metaphysical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (abstract)θεωρητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αφηρημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You've become too metaphysical for me at this point; I don't understand what you're saying.
Metaphysical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to group of 17th-century poets)μεταφυσικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση metaphysical στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'metaphysical'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης