Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

mess around or about (with)


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο mess παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: around | or | about | (with)
Σε αυτή τη σελίδα: mess, mess hall

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dirty condition) (καθομιλουμένη)χάλι, αχούρι, χάος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  χάλια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  άνω κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Most of the house was spotless, but the bathroom was a mess.
 Το μεγαλύτερο μέρος του σπιτιού ήταν αψεγάδιαστο, αλλά το μπάνιο ήταν χάλια.
a mess (of [sth]) nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disorder)ακαταστασία, αταξία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μτφ, καθομιλουμένη)χάος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 His desk was a mess of papers and books.
 Στο γραφείο του υπήρχε μια ακαταστασία (or: ένα χάος) από χαρτιά και βιβλία.
mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (jumble) (μτφ, καθομιλουμένη)χαμός, πανικός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μτφ, καθομιλουμένη)χάος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Look at the mess on your desk!
 Δες αυτό το χαμό (or: χάος) πάνω στο γραφείο σου.
mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (disorder) (μτφ, καθομιλουμένη)χάος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This project is a mess. It is going to take me days to fix it.
 Αυτή η εργασία είναι χάος. Θα μου πάρει μέρες να τη διορθώσω.
mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (difficult situation)μπέρδεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μπελάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)χάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μπάχαλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The most famous line from Laurel and Hardy is, "That's another fine mess you've got me into!"
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πώς με έμπλεξες σ' αυτό το μπέρδεμα;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative ([sb]: emotional, confused) (μεταφορικά)κουρέλι, ράκος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μτφ, αργκό)κομμάτια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (πιο ήπιο συναίσθημα)αναστατωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 He was such a mess after his wife died.
 Ήταν ράκος μετά τον θάνατο της γυναίκας του.
mess,
dog mess
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (dog, etc.: faeces) (ευφημισμός)βρωμιές, ακαθαρσίες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Puppies are cute, but if you want one, you have to be prepared to clean up mess sometimes.
mess [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal (soil)λερώνω, βρωμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You didn't mess your diaper did you?
 Πες μου ότι δε λέρωσες την πάνα σου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mess hall,
mess
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(military dining hall)χώρος εστίασης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 All the soldiers were eating in the mess hall.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
mess | mess hall
ΑγγλικάΕλληνικά
mess around,
UK: mess about
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
informal (be frivolous) (ανεπίσημο)σαχλαμαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Stop messing around and let's discuss this seriously.
 Σταμάτα να σαχλαμαρίζεις και ας συζητήσουμε σοβαρά.
mess around,
also UK: mess about
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
informal (be unproductive)χάνω την ώρα μου, χάνω το χρόνο μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (για δουλειά)ψευτοδουλεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My husband is messing around in the garage - I've no idea what he's doing in there.
 Ο σύζυγός μου χάνει την ώρα του στο γκαράζ - Δεν έχω ιδέα τι κάνει εκεί μέσα.
mess around with [sth],
also UK: mess about with [sth]
vi phrasal + prep
informal (tamper, play with)ασχολούμαι με κτ ρ μ + πρόθ
 He enjoyed messing around with boats.
 Του άρεσε να ασχολείται με σκάφη.
mess around with [sth],
also UK: mess about with [sth]
vi phrasal + prep
informal (spoil by fussing) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)παίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
  πειράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Your painting is fine now; don't mess around with it any more or you will ruin it.
 Ο πίνακάς σου είναι καλός τώρα, μην τον πειράξεις άλλο γιατί θα τον καταστρέψεις.
mess around with [sb],
also UK: mess about with [sb]
vi phrasal + prep
slang (tease) (καθομιλουμένη)πειράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω πλάκα σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Why are you so upset? We were just messing around with you.
 Γιατί είσαι τόσο αναστατωμένος; Απλά σε πειράζαμε.
mess around with [sb],
also UK: mess about with [sb]
vi phrasal + prep
slang (have an affair) (καθομιλουμένη)σαλιαρίζω με κπ ρ αμ + πρόθ
 Helen caught her husband messing around with another woman.
 Η Έλεν έπιασε τον άντρα της να σαλιαρίζει με μια άλλη γυναίκα.
mess [sb] around,
UK: mess [sb] about
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
US, slang (treat disrespectfully) (καθομιλουμένη)τραβολογάω, παιδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μη με παιδεύεις (or: τραβολογάς). Θέλω πίσω τα λεφτά που μου χρωστάς!
mess [sth] up,
mess up [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(make untidy)χαλάω, χαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανακατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The wind messed up the neat piles of papers, scattering them all over the room.
 Ο αέρας χάλασε τις ωραίες στοίβες με τα χαρτιά και τα σκόρπισε σε όλο το δωμάτιο.
mess [sth] up,
mess up [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative, informal (spoil, botch)χαλάω, καταστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κάνω θάλασσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  θαλασσώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This is important, so try not to mess it up.
 Αυτό είναι σημαντικό, προσπάθησε να μην το καταστρέψεις.
mess up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative, slang (make serious mistake) (καθομιλουμένη)τα κάνω μαντάρα, τα θαλασσώνω, τα κάνω θάλασσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, προσβλητικό)τα σκατώνω, τα κάνω σκατά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 This is your last chance, so don't mess up!
 Είναι η τελευταία σου ευκαιρία, επομένως μην τα κάνεις μαντάρα!
mess [sb] up,
mess up [sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative, slang (cause emotional problems)καταβάλω ψυχολογικά ρ μ + επίρ
  (πιο σοβαρό: σε κπ)προκαλώ ψυχολογικά προβλήματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω κπ χάλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The death of Charlotte's boyfriend really messed her up.
 Ο θάνατος του αγοριού της κατέβαλε ψυχολογικά την Σάρλοτ.
mess with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] slang (anger) (καθομιλουμένη)τα βάζω με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Don't mess with Stan because he'll smash your face in.
 Μην τα βάζεις με τον Σταν! Θα σου αστράψει καμιά σφαλιάρα!
mess with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] slang (tease) (μεταφορικά)πειράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It's just so much fun to mess with him!
 Μου αρέσει τόσο πολύ να τον πειράζω!
mess with [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] slang (meddle with) (αργκό, μεταφορικά)χώνω τη μύτη μου σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τρυπώνω, χώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη μεταφορικά)ανακατεύομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 I'm sick of you messing with things that don't concern you!
 Βαρέθηκα να σε βλέπω να χώνεις τη μύτη σου σε πράγματα που δεν σε αφορούν!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
mess | mess hall
ΑγγλικάΕλληνικά
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (chaotic)μπλεγμένος, μπερδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)χάλι, μπάχαλο ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  ψιλοχάλια, ψιλομπάχαλο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 His love life's a bit of a mess.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (difficult situation)σε άσχημη κατάσταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)χάλια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 To say that the economy is in a bit of a mess is putting it mildly.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (place: untidy) (καθομιλουμένη, προφορικό: γίνεται)χαμός, ψιλοχαμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, προφορικό)χάλια, ψιλοχάλια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη, προφορικό)μπάχαλο, ψιλοχάος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)άνω-κάτω επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 My house is a bit of a mess, but please come in.
 Γίνεται χαμός στο σπίτι μου, αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι χάλια (or: ψιλοχάλια), αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι μπάχαλο (or: ένα ψιλοχάος), αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι άνω-κάτω, αλλά πέρασε μέσα.
a fine mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (situation: awkward)αναστάτωση, σύγχυση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μπάχαλο, μπέρδεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The lies we told got us into a fine mess when everyone found out the truth. Now you've done it. Look at the fine mess you've gotten us into.
 Τα ψέμματα που είπαμε μας έβαλαν σε μεγάλο μπέρδεμα όταν έμαθαν όλοι την αλήθεια. Τώρα το έκανες. Κοίτα σε τι μπέρδεμα μας έβαλες.
bloody mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scene: gory)σκηνή αιματοχυσίας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The body had been horrifically mutilated; it was a bloody mess.
bloody mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, potentially offensive (job: incompetent) (μεταφορικά)καταραμένο χάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You've made a bloody mess of the whole situation.
 Εξαιτίας σου η όλη κατάσταση έφτασε σε καταραμένο χάλι.
bloody mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, potentially offensive (place: untidy) (μεταφορικά)καταραμένο χάλι, μαύρο χάλι εκφρ
 This place is a bloody mess! It hasn't been tidied in weeks.
 Αυτό το μέρος έχει μαύρο χάλι. Δεν έχει καθαριστεί για βδομάδες.
bloody mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, potentially offensive (disorder) (αργκό)μπάχαλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The cataloguing system was a bloody mess, you couldn't find anything.
have your hair in a mess v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be dishevelled)έχω ακατάστατα μαλλιά, είμαι αναμαλλιασμένος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sarah's clothes were covered in mud and she had her hair in a mess.
in a mess adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (untidy, disordered)άνω κάτω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ανάστατα, ανακατωμένα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 My son's bedroom is in a mess.
in a mess adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (in a difficult situation) (καθομιλουμένη)σε δύσκολη θέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The World economy is in a mess.
make a mess v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (create disorder or dirt) (μεταφορικά)τα κάνω χάλια, τα κάνω μούσκεμα, τα κάνω θάλασσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You can have your mates round for the evening so long as you promise not to make a mess. The kids have been making chocolate cake and they've made a mess with the batter in the kitchen.
make a mess of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make [sth] disordered or dirty)κάνω κτ άνω-κάτω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αναστατώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't make a mess of my nice clean living room.
 Μην κάνεις άνω-κάτω το ωραίο και καθαρό καθιστικό μου!
make a mess of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get [sth] wrong)τα θαλασσώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, προσβλητικό)τα σκατώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The new guy has made a mess of this project; I'm going to have to redo it all.
 Ο καινούργιος τα θαλάσσωσε με το πρότζεκτ. Θα πρέπει να το ξανακάνω από την αρχή.
mess kit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: cooking utensils)σκεύη φαγητού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The troops were standing in line with their mess kits, waiting to eat.
mess up [sb]'s hair v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make [sb]'s hair untidy)ανακατεύω τα μαλλιά κάποιου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Don't mess up my hair - I've only just come from the hairdressers!
mess with [sth] vi + prep (tamper)πειράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't mess with those papers – I've just put them in order.
 Μην πειράζεις αυτά χαρτιά, μόλις τα έβαλα στη σειρά.
mess with [sth] vi + prep informal (become involved with)μπλέκομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 When he started messing with drugs, everything went downhill.
 Από τη στιγμή που μπλέχτηκε με τα ναρκωτικά, τα πράγματα πήραν την κάτω βόλτα.
mess-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (mistake, blunder)λάθος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)μπλέξιμο, μπέρδεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There was a mess-up with our hotel booking and we had to find somewhere else to stay.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mess around or about (with) στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mess around or about (with)'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης