mendacity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/mɛnˈdæsɪtɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/mɛnˈdæsɪti/ ,USA pronunciation: respelling(men dasi tē)

Inflections of 'mendacity' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": mendacities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mendacity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dishonesty, telling lies)αναλήθεια, ανειλικρίνεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 No one believed Ruth because she was known for her mendacity.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mendacity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mendacity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης