Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

marine insurance


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο marine παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: insurance

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
marine adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of ocean)θαλάσσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Overfishing is threatening marine life all over the globe.
marine adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of shipping, navigation)ναυτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The naval academy taught a class on marine studies.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
marine,
the marine corps,
the marines
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
capitalized when part of name (armed force) (το σώμα του στρατού)πεζοναύτες ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Mark's sister was in the navy, but he joined the marines.
marine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (member of armed force)πεζοναύτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
marine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (painting of a seascape)θαλασσογραφία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  θαλασσινό επίθ ως ουσ ουδ
  θαλασσινό τοπίο επίθ + ουσ ουδ
 The painter created a lot of marines.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
marine animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sea creature)θαλάσσιο ζώο επίθ + ουσ ουδ
 Marine animals are many and varied.
marine archaeology,
nautical archaeology,
underwater archaeology,
also US: marine archeology
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(recovery of underwater remains)ενάλια αρχαιολογία επίθ + ουσ θηλ
  θαλάσσια αρχαιολογία επίθ + ουσ θηλ
marine biologist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scientist who studies sea life)θαλάσσιος βιολόγος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 She wants to be a marine biologist and study dolphins.
marine biology nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (science of sea life)θαλάσσια βιολογία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 I am studying marine biology at university.
Marine Corps nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (branch of US Navy) (ως σώμα)πεζοναύτες ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
marine engineer (nautical)ναυπηγός μηχανικός φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
marine life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plants and animals of the sea)θαλάσσια ζωή επίθ + ουσ θηλ
 The marine life is being threatened by the oil spill.
marine terminal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (port)θαλάσσιος τερματικός σταθμός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The marine terminal at Fawley handles around 2,000 ship movements every year.
marine transport nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sea-going boats and ships)θαλάσσιες μεταφορές επίθ + ουσ θηλ πλ
  (συνήθως για το κοινό)θαλάσσια συγκοινωνία επίθ + ουσ θηλ
 The economies of many EU countries rely heavily upon marine transport.
merchant marine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly US (country's commercial ships)εμπορικός στόλος επίθ + ουσ αρσ
merchant marine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly US (crew member on commercial ship) (ως σύνολο)πλήρωμα εμπορικού στόλου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (ένας μόνο)ναύτης εμπορικού στόλου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση marine insurance στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'marine insurance'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης