Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

marginal seat


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο marginal παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: seat

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
marginal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very small, minimal)οριακός, ελάχιστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We'll probably never make more than marginal profits on it.
 Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχουμε παρά οριακά κέρδη από αυτό.
marginal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (on fringes of society) (μεταφορικά)περιθωριακός, περιθωριοποιημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Marginal groups need to be reintegrated into society.
 Οι περιθωριακές ομάδες πρέπει να επανενταχτούν στην κοινωνία.
marginal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (social outcast)περιθωριακός επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 They live in a community of other marginals near the railway.
 Ζουν σε μια κοινότητα με άλλους περιθωριακούς κοντά στον σιδηρόδρομο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
diminishing returns,
diminishing marginal returns
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(econ: output decrease)φθίνουσες αποδόσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
marginal note nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (aside)σημείωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σχόλιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)σημείωση στο περιθώριο του χαρτιού β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 A good teacher doesn't just grade a paper, but adds marginal notes to help the student.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση marginal seat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'marginal seat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης