many

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɛni/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmɛni/ ,USA pronunciation: respelling(menē)


Inflections of 'many' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
more
adj comparative
most
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (a large number of [sth])πολλοί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: πολύς - πολλή - πολύ / πληθ. πολλοί - πολλές - πολλά
 Donna has many cousins.
 Η Ντόνα έχει πολλά ξαδέρφια.
many pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (many people or things)πολλοί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Many have tried to climb the mountain and failed.
 Πολλοί προσπάθησαν να ανεβούν στο βουνό και απέτυχαν.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the many nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (a lot of people)οι πολλοί φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a few too many exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (an excessive number of)υπερβολικά πολύς επίρ + επίθ
  παραπάνω απ' ότι πρέπει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υπερβολικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 This has happened a few too many times now. It has to stop.
as many as advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (the same number as)τόσος...όσος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Lakers had as many all-stars as the Bulls but still lost the game by 20 points.
 Οι Λέικερς είχαν τόσους εξαιρετικούς παίκτες όσους και οι Μπουλς. Παρ' όλα αυτά έχασαν το παιχνίδι με διαφορά 20 πόντους.
as many as advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (up to, a possible total of)ως και περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αβεβαιότητα)ίσως και περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 On a good day, I have seen as many as 80 species of birds.
have a few too many v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, slang (drink alcohol to excess) (αλκοόλ)πίνω κάτι παραπάνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The bartender kept her car keys because she had had a few too many.
how many (what number)πόσοι αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 How many times have you been abroad?
 Πόσες φορές έχεις πάει στο εξωτερικό;
in many instances advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (frequently, not unusually)συχνά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 In many instances, women who take a leave of absence when their child is born find it hard to go back to work.
in many ways advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (by various means)με πολλούς τρόπους, με διάφορους τρόπους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
in so many words advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (expressed in precisely that way)επί λέξει φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  με αυτά τα λόγια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The manager told Mark in so many words that he will get a promotion.
many a time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (often)πολλές φορές φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  συχνά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Many a time I have longed to be somebody else.
many and various adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (diverse)πολλοί και διάφοροι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There are many and various types of plants and animals in a rain forest.
many more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (large additional number of [sth])πολύ περισσότεροι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There are many more coffee shops around here now than there were twenty years ago.
many more pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (a large additional number)πολλοί άλλοι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άλλοι πολλοί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 These objectives and many more will be met at the conference on Friday.
many of adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (a large number of)πολλοί αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  πολλοί από αντων + πρόθ
many others nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (a large number of [sth] in addition)πολλοί άλλοι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άλλοι πολλοί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We will invite your relatives, my relatives, and many others to the wedding.
many people nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a large number of individuals)πολλοί άνθρωποι επίθ + ουσ αρσ πλ
  (μόνο ενικός)πολύς κόσμος επίθ + ουσ αρσ
 Many people believe that aliens exist.
many thanks nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (thank you very much)ευχαριστώ πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χίλια ευχαριστώ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Many thanks for inviting me to your party.
many times nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (often)πολλές φορές επίθ + ουσ θηλ πλ
 I check my email many times a day.
 Ελέγχω τα e-mail μου πολλές φορές την ημέρα.
many-sided adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." literal (having a lot of sides)πολύπλευρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
many-sided adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (having many aspects) (μεταφορικά)πολύπλευρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
many-sided adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (conflict: many opponents) (σύγκρουση)πολυμέτωπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
many's the time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (often)συχνά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πολλές φορές φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Many's the time I've been tempted to hand in my notice.
not many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (few)λίγοι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  όχι πολλοί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
not so many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fewer)όχι τόσο πολλοί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  λιγότεροι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There are not so many storms now that the summer is over.
 Δεν έχουμε τόσο πολλές καταιγίδες τώρα που τέλειωσε το καλοκαίρι.
not so many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (few)λίγοι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Due to the poor weather, not so many people were on the streets.
one too many nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a slight excess of [sth])λίγο περισσότεροι από ό,τι θα έπρεπε, λίγο περισσότεροι από όσοι θα έπρεπε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The elevator won't move; we have one too many on board.
one too many nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, euphemism (an excess of alcoholic drink)ένα ποτηράκι παραπάνω, μερικά ποτηράκια παραπάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 John had one too many and was hungover the next day.
one too many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (a slight excess of)λίγο περισσότερο από ό,τι χρειάζεται, περισσότερο από ό,τι πρέπει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
so many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (a large number of)τόσοι πολλοί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 With so many people in the room I can't find the exit.
 Με τόσους πολλούς ανθρώπους στην αίθουσα δεν μπορώ να βρω την έξοδο.
so many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (this number of)συγκεκριμένος αριθμός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A restaurant only has so many tables available at any given time.
 Ένα εστιατόριο έχει μόνο συγκεκριμένο αριθμό τραπεζιών διαθέσιμα κάθε δεδομένη στιγμή.
too many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (an excessive number of)πάρα πολλοί φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  υπερβολικά πολλοί φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 There are too many people and not enough seats!
 Υπάρχουν πάρα πολλά άτομα και όχι αρκετά καθίσματα!
too many pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (an excessive number)πάρα πολλοί φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  υπερβολικά πολλοί φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Help yourself to chocolates, but don't eat too many or you won't have an appetite for dinner.
very many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (a large number of)πάρα πολλοί φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
very many adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (large in number)πάρα πολλοί φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'many' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: many have [attempted, been, tried] before, not many have [done, succeeded, tried], many [people] [prefer, enjoy, disagree], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση many στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'many'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης