manhunt

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmænhʌnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈmænˌhʌnt/ ,USA pronunciation: respelling(manhunt′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
manhunt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organized search for [sb])ανθρωποκυνηγητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The police began the manhunt for the escaped prisoner.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση manhunt στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'manhunt'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης