Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

make toothsome


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο make παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: toothsome

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (construct)φτιάχνω, κατασκευάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The children made houses with blocks.
 Τα παιδιά έφτιαξαν σπιτάκια με κύβους.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (manufacture)φτιάχνω, κατασκευάζω, παράγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 That factory makes bolts.
 Εκείνο το εργοστάσιο φτιάχνει βίδες.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fashion)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The weavers made a hat from palm fronds.
 Οι υφάντρες έφτιαξαν ένα καπέλο από φύλλα φοίνικα.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (prepare)φτιάχνω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My mother wants to make a cake for my party.
 Η μητέρα μου θέλει να φτιάξει (or: κάνει) μια τούρτα για το πάρτι μου.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (create, cause)κάνω, προκαλώ, δημιουργώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The dogs made a commotion in the street.
 Οι σκύλοι προκάλεσαν (or: δημιούργησαν) αναταραχή στον δρόμο.
make [sb] do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (compel) (καθομ: κπ να κάνει κτ)βάζω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)υποχρεώνω, αναγκάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My parents make me eat vegetables.
 Οι γονείς μου με βάζουν (or: υποχρεώνουν) να τρώω λαχανικά.
make [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (force)αναγκάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I won't go! You can't make me!
 Δεν φεύγω! Δεν μπορείς να με αναγκάσεις!
make [sb] do [sth],
make [sth] do [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(cause to) (κπ/κτ να κάνει κτ)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He never fails to make me laugh.
 Καταφέρνει πάντα να με κάνει να γελάσω.
make [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (+ adj: cause to be)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You make me happy.
 Με κάνεις χαρούμενο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brand)μάρκα, φίρμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 What make of car do you drive? Toyota?
 Τι μάρκα είναι το αυτοκίνητό σου; Είναι Τογιότα;
make nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (build, stature)κατασκευή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ, ανεπ: για σώμα)κοψιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He is of a lean make, and could be an excellent athlete.
 Έχει λεπτή κοψιά και μπορεί να γίνει εξαιρετικός αθλητής.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είναι ανθεκτική κατασκευή και αξίζει τα λεφτά της.
make [sth] of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (interpret) (από κάτι)καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βγάζω συμπέρασμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συμπεραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  έχω γνώμη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I don't know what to make of his actions. What do you make of this car?
 Δεν ξέρω τι πρέπει να καταλάβω από τις πράξεις του.
 Τι γνώμη έχεις για αυτό το αμάξι;
make for [sth] vi + prep (move towards)πηγαίνω προς, κατευθύνομαι προς ρ αμ + πρόθ
 The fleet made for port.
 Ο στόλος πήγε (or: κατευθύνθηκε) προς το λιμάνι.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bring into existence)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's make a baby!
 Ας κάνουμε ένα μωρό!
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (take: a decision)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)λαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Tess must make a decision.
 Η Τες πρέπει να πάρει μια απόφαση.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στη φετινή ετήσια συνέλευση λάβαμε πολύ σημαντικές αποφάσεις.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (perform: a speech) (μεταφορικά: λόγο)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο: λόγο, ομιλία)εκφωνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 All of the candidates made speeches.
 Όλοι οι υποψήφιοι εκφώνησαν ομιλίες.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (enter into: agreement, deal)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)πραγματοποιώ, συνάπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The parties involved made an agreement.
 Τα συμβαλλόμενα μέρη σύναψαν μία συμφωνία.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fix: date, appointment) (μεταφορικά)κλείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please call first to make an appointment.
 Παρακαλώ τηλεφωνήστε πρώτα για να κλείσετε ραντεβού.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (train, plane: reach in time)προλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I have to run if I want to make my train.
 Πρέπει να βιαστώ αν θέλω να προλάβω το τρένο μου.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put down: a payment) (πληρωμή)πραγματοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ποσό)καταβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ποσό, δόση)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Adam makes a payment on his car each month.
 Ο Άνταμ πραγματοποιεί μια πληρωμή για το αυτοκίνητό του κάθε μήνα.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bed: make tidy) (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  στρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The girls must make their beds every morning.
 Τα κορίτσια πρέπει να φτιάχνουν (or: στρώνουν) το κρεβάτι τους κάθε πρωί.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (establish: name)κάνω, φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Bill is trying to make a name for himself in the business.
 Ο Μπιλ προσπαθεί να κάνει (or: φτιάξει) ένα όνομα στην επιχείρηση.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (appoint) (καθομιλουμένη)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με μισθό)διορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The president is going to make Chris a vice-president.
 Ο πρόεδρος σκοπεύει να κάνει τον Κρις αντιπρόεδρο.
 Ο πρόεδρος σκοπεύει να ορίσει τον Κρις ως αντιπρόεδρο.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (achieve, reach) (μεταφορικά)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The sales team hopes to make its numbers this month.
 Η ομάδα πωλήσεων ευελπιστεί να πιάσει τα ποσοστά της αυτό τον μήνα.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (establish, set)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (νόμος)θεσπίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Legislatures make laws.
 Τα νομοθετικά σώματα κάνουν θεσπίζω τους νόμους.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (commit: a mistake, etc.)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I made a mistake when I spent that money.
 Έκανα λάθος που ξόδεψα αυτά τα χρήματα.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attain: position, rank)γίνομαι ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
 Francis is trying to make Captain.
 Ο Φράνσις προσπαθεί να γίνει Λοχαγός.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (earn acceptance into)καταφέρνω να μπω σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Only half of people at tryouts made the team.
 Μόνο οι μισοί από όσους πήραν μέρος στα δοκιμαστικά κατάφεραν να μπουν στην ομάδα.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (equal) (καθομιλουμένη)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Two and two makes four.
 Δύο και δύο κάνουν τέσσερα.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be the essence of) (καθομιλουμένη)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  τα στοιχεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 What makes a good writer?
 Ποια είναι τα στοιχεία ενός καλού συγγραφέα;
make [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang (seduce) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ρίχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταφέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He may try to make her, but he won't succeed.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reach, form)σχηματίζω, διαμορφώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)προβαίνω σε ρ αμ + πρόθ
 Leanne is always quick to make judgments.
 Η Λιάν σχηματίζει (or: διαμορφώνει) γρήγορα άποψη για τα πάντα.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arrive at)φτάνω σε, καταφθάνω σε ρ αμ + πρόθ
 The ship made port early in the morning.
 Το πλοίο έφτασε στο λιμάνι νωρίς το πρωί.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (appear on) (καθομιλουμένη)βγαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (έντυπα μέσα)μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The disaster made the evening news.
 Η καταστροφή βγήκε στο νυχτερινό δελτίο ειδήσεων.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (score: a goal, etc.)βάζω, πετυχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The player made a goal in the second period.
 Ο παίκτης έβαλε (or: πέτυχε) γκολ στο δεύτερο ημίχρονο.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (manage to attend)καταφέρνω να πάω σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καταφέρνω να έρθω σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (πιο επίσημο)καταφέρνω να παρευρεθώ σε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sorry I couldn't make yesterday's meeting.
 Συγγνώμη που δεν κατάφερα να έρθω στη χθεσινή συνάντηση.
make [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (earn)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κερδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jeff makes $80,000 a year.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
apply makeup,
apply make-up
vtr + n
(put on cosmetics) (μτφ: με καλλυντικά)βάφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μακιγιάρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μόνο στο δέρμα)βάζω μέικ απ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I don't have the time to apply makeup, so it's lucky I have nice skin!
do with what you've got,
make do with what you've got
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(cope, manage)τα καταφέρνω με ότι έχω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
play ducks and drakes with [sth],
make ducks and drakes of [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (squander, handle recklessly) (μεταφορικά)παίζω κτ κορώνα γράμματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  παίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
failure to make delivery nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (incomplete act)αδυναμία παράδοσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
make an honest woman of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." dated, humorous (marry) (παλαιό, χιουμοριστικό)γυναίκα της οποίας η τιμή έχει αποκατασταθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Συνήθως χρησιμοποείται το ρήμα «αποκαθιστώ», πχ «Πότε θα την αποκαταστήσεις; Είστε μαζί τόσα χρόνια.»
 Sara's father was happy because Tom had made an honest woman of her.
kiss and make up v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (be reconciled) (μεταφορικά)τα ξαναβρίσκω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The pair kissed and made up after a nine-year feud.
make a bed v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (arrange bed linen)στρώνω το κρεβάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Every morning, my mom insists that I make my bed before I leave for school.
make a beeline for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (head directly towards)πάω κατευθείαν σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αργκό)πάω ντουγρού σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Whenever I'm in a candy store I make a beeline for the chocolates.
make a bet on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (wager, gamble)στοιχηματίζω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Do you want to make a bet on this fight?
make a bid for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (offer to buy [sth])κάνω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο επίσημο)υποβάλλω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I made a bid on the stuffed moose in the auction and ended up winning it.
make a big name for yourself v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become famous) (καθομιλουμένη, μτφ)γίνομαι όνομα, γίνομαι μεγάλο όνομα ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  γίνομαι διάσημος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  αποκτώ κύρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After his book was published he made a big name for himself in literary circles.
make a bolt for it,
make a bolt for [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (escape quickly) (καθομιλουμένη)ορμώ σαν βολίδα κάπου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φεύγω (σαν) βολίδα για κάπου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μ' ένα σάλτο βρίσκομαι κάπου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The dog made a bolt for the garden gate, but I caught him before he could run out into the road.
 Ο σκύλος όρμησε σαν βολίδα προς την πόρτα του κήπου, αλλά τον έπιασα, προτού βγει στον δρόμο.
 Ο σκύλος μ' ένα σάλτο βρέθηκε στην πόρτα του κήπου, αλλά τον έπιασα, προτού βγει στον δρόμο.
make a botch of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (do [sth] poorly) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τα κάνω μαντάρα, τα κάνω θάλασσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, προσβλητικό)τα κάνω σκατά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  σκατώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο ήπιο)κάνω προχειροδουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
make a break for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (run towards) (κυριολεκτικά, μεταφορικά)τρέχω προς κτ ρ αμ + πρόθ
 Six monkeys jumped the electric fence and made a break for freedom.
make a breakthrough v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make an important advance) (μεταφορικά)κάνω ένα σημαντικό βήμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σημειώνω σημαντική εξέλιξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)κάνω τομή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σε έρευνα)κάνω μια σημαντική ανακάλυψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After years of study they made an important breakthrough in cancer research.
make a brief assessment v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (appraise or judge [sth] quickly)κάνω μια σύντομη αξιολόγηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make a bundle v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (earn a lot of money) (μεταφορικά)βγάζω μια περιουσία εκφρ
make a call v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (phone [sb])κάνω ένα τηλεφώνημα, παίρνω ένα τηλέφωνο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Do you mind waiting five minutes while I make a call?
make a call to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (phone [sb])τηλεφωνώ σε κπ ρ αμ + πρόθ
  παίρνω κπ τηλέφωνο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)καλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Hold on a second, I just have to make a call to my supervisor.
 Περίμενε μια στιγμή. Πρέπει να τηλεφωνήσω στον διευθυντή μου.
make a case v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (argue in favour: of [sth])επιχειρηματολογώ, υποστηρίζω, αιτιολογώ, υπερασπίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He had a tough job making a case for being a vegan.
make a change v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (amend [sth])κάνω μια αλλαγή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αποφασιστικότητα)κάνω την αλλαγή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make a choice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (select from among options)κάνω μια επιλογή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  επιλέγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
make a comeback v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (popular again)κάνω την επάνοδό μου, κάνω την επανεμφάνισή μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)κάνω καμ μπακ, κάνω comeback περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The pop singer made a comeback after appearing on a reality TV show.
make a comeback v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (active again)επιστρέφω, επανέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω την επάνοδό μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He made a comeback, taking silver in the Olympics after four years in retirement.
make a comparison v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (compare and contrast)κάνω μια σύγκριση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  συγκρίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 People always make a comparison between me and Julia Roberts.
make a confession without duress v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (freely admit one's guilt)ομολογώ άνευ πιέσεως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The police were surprised she made a confession without duress; the thought they would have to pressure her into admitting guilt.
make a date v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (arrange [sth] for a specific day)κλείνω ραντεβού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I made a date with her for Friday; we are going out to dinner.
make a deal v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (do business)κλείνω μια συμφωνία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)κλείνω μια δουλειά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The businessman took his partner out to lunch to make a deal.
make a deal v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (agree on [sth])κάνω συμφωνία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συμφωνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We made a deal that I'd do the laundry if he did the dishes.
make a decision v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (decide, choose)παίρνω μια απόφαση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)λαμβάνω μια απόφαση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αποφασίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We couldn't agree on where to eat, so I had to make a decision.
 Δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε που θα φάμε, έτσι έπρεπε να πάρω εγώ την απόφαση.
make a demand v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (insist on [sth] being done)απαιτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  έχω την απαίτηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)προβάλλω την απαίτηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
make a dent in [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (metal: leave an indentation)βαθουλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω βαθουλώματα σε κτ, προκαλώ βαθουλώματα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The hailstones made dents in the roof of the car.
make a dent in [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (reduce noticeably)μειώνω σημαντικά ρ μ + επίρ
  (μεταφορικά)ανοίγω τρύπα σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Paying for a new roof has really made a dent in my savings. Despite all the interruptions, I managed to make a dent in the work.
make a diagnosis v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (diagnose a condition)βγάζω διάγνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)διαγιγνώσκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm still waiting for the doctor to make a diagnosis.
make a difference v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have a significant impact) (μεταφορικά)κάνω τη διαφορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Please give generously; your donations will make a difference. Josie is trying to make a difference by doing charity work.
 Φανείτε γενναιόδωροι, παρακαλώ. Οι δωρεές σας θα κάνουν τη διαφορά. Η Τζόζι προσπαθεί να κάνει τη διαφορά κάνοντας εθελοντική εργασία.
make a distinction v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (distinguish, differentiate)διακρίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω διάκριση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)μαθαίνω να ξεχωρίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She called me cheap, but I think she needs to make a distinction between cheap and frugal. Most people make a distinction between flowers and weeds, but they can both be beautiful.
make a fast buck v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make money quickly)κάνω μια γερή μπάζα στα γρήγορα εκφρ
  βγάζω γρήγορα πολλά λεφτά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)κάνω μια αρπαχτή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make a fool of yourself v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (do [sth] stupid)γελοιοποιούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  γίνομαι ρεζίλι ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 I don't mind being wrong, but I hate making a fool of myself.
make a fortune v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (win, earn a vast amount of money)κάνω περιουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γίνομαι πλούσιος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (από τη δουλειά μου)βγάζω μια περιουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That businesswoman has made a fortune in retail.
make a funny face,
pull a funny face
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (make silly facial expression)κάνω γκριμάτσα ρ μ + ουσ θηλ
 To make me laugh, my dad made funny faces at me.
make a fuss v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (complain about [sth](μεταφορικά)κάνω φασαρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 One of the customers was making a fuss at the teller's counter.
 Κάποιος απ' τους πελάτες έκανε φασαρία στον γκισέ του ταμία.
make a fuss v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (fret over trivial things) (καθομιλουμένη)το κάνω θέμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Oh, it's only a grazed knee – stop making a fuss!
 Ένα γδαρμένο γόνατο είναι όλο κι όλο, σταμάτα να το κάνεις θέμα!
make a fuss over [sb/sth] (US),
make a fuss of [sb/sth] (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (pay a lot of attention to)δίνω σημασία σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ασχολούμαι με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The boss brought his dog to work yesterday and everyone made a fuss of it.
 Εχτές, το αφεντικό έφερε το σκυλί του στη δουλειά και όλοι ασχολούνταν μ' αυτό.
make a fuss over [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (show great admiration for)ενθουσιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ελαφριά αποδοκιμασία)το παρακάνω με κτ/κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μιλώ με υπερβολικό θαυμασμό για κτ/κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Nina got engaged yesterday! All the women in the office were making a fuss over her ring.
 Η Νίνα αρραβωνιάστηκε χθες! Όλες οι γυναίκες στο γραφείο το παράκαναν μιλώντας για το δαχτυλίδι της.
make a go of it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make it successful)τα καταφέρνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω κτ να πετύχει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If we work hard on our relationship, we can make a go of it.
make a good job of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (do [sth] well)κάνω καλή δουλειά με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω κτ καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tim made a good job of painting the house.
make a hole in [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (puncture)τρυπάω, τρυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω τρύπα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It was a piece of glass that made the hole in your tyre.
make a journey v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (travel somewhere)ταξιδεύω ρ αμ + επίρ
  πηγαίνω ταξίδι ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Neil made a journey from London to Manchester.
make a killing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (make a large profit) (βγάζω πολλά χρήματα)πιάνω την καλή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μτφ, προσβλ)χέζομαι στο τάληρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They made a killing last year buying up apartment buildings.
make a lasting impression on [sb],
leave a lasting impression
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(have enduring impact)αφήνω εντυπώσεις που διαρκούν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μένω στη μνήμη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
make a living,
earn a living,
make your living,
earn your living
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(earn money) (μεταφορικά)βγάζω το ψωμί μου, βγάζω τα προς το ζην έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sergei earns a living by driving a taxi. Stephen made his living by trading in stocks and shares.
 Ο Σεργκέι βγάζει το ψωμί του οδηγώντας ταξί. Ο Στέφεν έβγαζε τα προς το ζην κάνοντας συναλλαγές με χρεόγραφα και μετοχές.
make a loss v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (lose money)σημειώνω απώλειες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My company made a loss last year and had to lay off three employees.
make a mark on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (write, draw or paint)κάνω ένα σημάδι σε κτ, βάζω ένα σημάδι σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He made a mark on the pavement to show where to turn.
make a mark on [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (have an impact) (μεταφορικά: σε κτ/κπ)αφήνω το σημάδι μου, αφήνω την υπογραφή μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Dick Button made his mark on figure skating when he performed the first double axel jump.
make a match v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pair [sth] with [sth] similar)ταιριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω ζευγάρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm trying to find two socks that make a match, but they all seem to be odd ones.
make a mess v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (create disorder or dirt) (μεταφορικά)τα κάνω χάλια, τα κάνω μούσκεμα, τα κάνω θάλασσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You can have your mates round for the evening so long as you promise not to make a mess. The kids have been making chocolate cake and they've made a mess with the batter in the kitchen.
make a mess of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make [sth] disordered or dirty)κάνω κτ άνω-κάτω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αναστατώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't make a mess of my nice clean living room.
 Μην κάνεις άνω-κάτω το ωραίο και καθαρό καθιστικό μου!
make a mess of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get [sth] wrong)τα θαλασσώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, προσβλητικό)τα σκατώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The new guy has made a mess of this project; I'm going to have to redo it all.
 Ο καινούργιος τα θαλάσσωσε με το πρότζεκτ. Θα πρέπει να το ξανακάνω από την αρχή.
make a mistake v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (commit an error)κάνω λάθος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't be afraid to make a mistake.
 Να μην φοβάσαι να κάνεις λάθος.
make a motion v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (gesture, move)κάνω νόημα, κάνω νεύμα ρ μ + ουσ θηλ
  γνέφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The old man made a motion to the children to come closer.
make a motion v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (at meeting: propose [sth])κάνω μια πρόταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προτείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She made a motion to adjourn the meeting.
make a mountain out of a molehill v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (exaggerate a trivial problem) (μεταφορικά)κάνω την τρίχα τριχιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη: με κινήσεις χεριών)κάνω το τόσο τόσο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make a move v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (leave)μετακομίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He was tired of this town, so he decided to make a move.
make a move v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (begin, act)δρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω την κίνησή μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jane thought it was the right time to make a move and open her own restaurant.
make a move on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (try to seduce) (καθομιλουμένη)την πέφτω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω κίνηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make a noise v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (generate loud sounds)κάνω θόρυβο ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  θορυβώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
make a noise about [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (call attention to [sth](μεταφορικά)κάνω θόρυβο ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
make a noise about [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (complain about [sth])παραπονιέμαι για κάτι ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
make a note of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (write [sth] down)σημειώνω κάτι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κρατώ σημείωση για κάτι ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
make a note of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (commit [sth] to memory)κρατώ σημείωση για κάτι ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
make a pass at [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (make a sexual advance) (καθομιλουμένη)την πέφτω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He was disciplined for sexual harassment after he made a pass at one of the secretaries.
make a plea v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (plead, appeal for [sth])κάνω έκκληση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The film star made a plea to the public on behalf of the earthquake relief fund.
make a point v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (say [sth] significant)λέω κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  λέω δυο λόγια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καταλήγω κάπου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  επιχειρηματολογώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Will you stop interrupting me? I'm trying to make a point here!
 Θα σταματήσεις να με διακόπτεις; Προσπαθώ να πω κάτι!
make a point of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (emphasize)τονίζω, υπογραμμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω έμφαση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  επισημαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
make a point of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (insist on doing)προσπαθώ να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φροντίζω να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make a practice of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be in the habit of)συνηθίζω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Most doctors do not make a practice of calling on patients in their homes.
make a purchase v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (buy [sth])πραγματοποιώ μια αγορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
make a refreshing change v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be pleasantly unusual)κάνω μια ευχάριστη αλλαγή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make a request v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (ask for [sth])ζητάω, ζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αιτούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υποβάλλω ένα αίτημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 To make a request for a new website feature, click here.
make a sale v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (salesperson: close a deal)πουλάω, πουλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω μια πώληση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A good salesperson can make a sale even after the customer says no.
make a scene v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (overreact)κάνω σκηνή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make a song and dance about [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (make a fuss)κάνω ντόρο για κτ, χαλάω τον κόσμο για κτ εκφρ
  κάνω κτ θέμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Stop making such a song and dance about it! It's not that big a deal.
make a sound v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (utter a noise)βγάζω μιλιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω κιχ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Don't make a sound till he's gone - I don't want him to know we're here.
make a sound v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (create a noise)κάνω έναν ήχο, βγάζω έναν ήχο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)παράγω έναν ήχο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My clock makes a sound like a bird when it strikes the hour.
make a special effort v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (try very hard, be unusually conscientious)καταβάλλω ιδιαίτερη προσπάθεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω μεγάλη προσπάθεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I have to make a special effort to get along with my co-worker. It's your mum's birthday so please make a special effort to behave.
make a speech,
give a speech
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(address an audience)βγάζω λόγο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 At the birthday party everyone asked Grandpa to make a speech. The father of the bride gave a speech, welcoming his new son-in-law to the family.
make a splash v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (cause excitement)προκαλώ ενθουσιασμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προκαλώ ντόρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The news that the film star would be visiting their small town really made a splash.
make a start v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (begin)κάνω μια αρχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ξεκινάω, ξεκινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αρχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
make a trip v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US (travel)κάνω ένα ταξίδι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Richard made a trip to Australia.
make a trip v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK (go on a short journey)κάνω μια βόλτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Liz made a trip to the shops.
make a visit to [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (go to)πάω σε κπ/κτ, πηγαίνω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  επισκέπτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω μια επίσκεψη σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My tooth hurts; I need to make a visit to the dentist.
make a will,
make your will
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(legal document: write)κάνω τη διαθήκη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
make allowances vtr + npl (be lenient)είμαι επιεικής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω εξαίρεση ρ μ + ουσ θηλ
make allowances for [sb],
make allowance for [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be lenient)είμαι επιεικής με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω εξαίρεση για κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The teachers made allowances for him and gave him a certificate.
make allowances for [sth],
make allowance for [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(take [sth] into account)λαμβάνω κτ υπόψη, λαμβάνω υπόψη κτ ρ μ + επίρ
 You have to make allowances for the fact that he's only just learning.
make amends vtr + npl (compensate for a wrong)επανορθώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διορθώνω το κακό που έκανα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm sorry for what I did to you; how can I make amends?
make amends for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (compensate for [sth])επανορθώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Henry wanted to make amends for his rude behaviour towards James.
 Ο Χένρι θέλησε να επανορθώσει για την αγενή συμπεριφορά του απέναντι στον Τζέιμς.
make amends to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (compensate [sb] for a wrong)διορθώνω το κακό που προκάλεσα σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (για λόγια)παίρνω πίσω τα προσβλητικά λόγια που έχω πει σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When he became sober, he decided to make amends to those he had hurt by his drinking.
make an adjustment v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (amend)ρυθμίζω, προσαρμόζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I need to make an adjustment to this belt as it's too loose.
make an announcement v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (declare [sth] publicly)βγάζω μια ανακοίνωση, κάνω μια ανακοίνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Prime Minister made an announcement about taxation in the House of Commons yesterday. May I have your attention? - I'd like to make an announcement.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση make toothsome στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'make toothsome'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης