lumberyard

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlʌmbərjɑːrd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlʌmbɚˌyɑrd/ ,USA pronunciation: respelling(lumbər yärd′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lumberyard,
lumber yard (US,
Can),
timber yard,
timber-yard,
timberyard (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(where timber is stored or sold)ξυλαποθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lumberyard στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lumberyard'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης