lumberman

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlʌmbəmən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lumbər mən)

Inflections of 'lumberman' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": lumbermen
Ο όρος 'lumberman' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'lumberjack'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'lumberman' is an alternate term for 'lumberjack'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lumberjack,
lumberman
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (logger, tree feller)υλοτόμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)ξυλοκόπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The lumberman accidentally cut hand when aiming for the tree.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lumberman στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lumberman'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης