lumber

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlʌmbər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlʌmbɚ/ ,USA pronunciation: respelling(lumbər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lumber viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move heavily)περπατάω με βαριά βήματα, περπατάω βαριά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ: για μηχανή)αγκομαχάω, αγκομαχώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The elephant lumbered through the forest.
 Ο ελέφαντας περπατούσε με βαριά βήματα μέσα στο δάσος.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lumber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wood)ξυλεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The forest was an important source of lumber for the country, and needed to be well maintained.
lumber [sth],
lumber [sth] with [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
UK, usually passive (burden with something unpleasant) (κτ με κτ)φορτώνω, επιβαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εγώ ο ίδιος: με κτ)είμαι επιβαρυμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (εγώ ο ίδιος, μεταφορικά)φορτώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The area was lumbered up with a bunch of junk.
lumber [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (harvest lumber)υλοτομώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σπάνιο)ξυλεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (απλούστερα)κόβω δέντρα, κόβω ξύλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The company lumbered about a thousand acres last year.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lumber mill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (factory where timber is processed)πριονιστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The lumber mill shut down, putting 300 people out of work.
lumber room UK (storage room)αποθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  χώρος αποθήκευσης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  αποθηκευτικός χώρος επίθ + ουσ αρσ
lumberyard,
lumber yard (US,
Can),
timber yard,
timber-yard,
timberyard (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(where timber is stored or sold)ξυλαποθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lumber' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: works in the lumber [industry, trade], a lumber [mill, yard, company], lumber [imports, exports, sales], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lumber στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lumber'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης