lukewarm

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌluːkˈwɔːrm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlukˈwɔrm/ ,USA pronunciation: respelling(lo̅o̅kwôrm)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lukewarm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (water, tea, etc.: tepid)χλιαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Kate got out of the bath when the water was lukewarm.
 Η Κέιτ βγήκε από τη μπανιέρα όταν το νερό ήταν χλιαρό.
lukewarm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (reaction: not enthusiastic) (μεταφορικά)χλιαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αδιάφορος, ουδέτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Fred got a lukewarm welcome at his new job.
 Ο Φρεντ έγινε δεκτός με ένα χλιαρό καλωσόρισμα στη νέα του δουλειά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lukewarm' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: lukewarm [coffee, tea, liquid, water], a lukewarm [bath, shower, dip, sea, pool], the [water, shower, coffee] was only lukewarm, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lukewarm στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lukewarm'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης