luggage

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlʌgɪdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlʌgɪdʒ/ ,USA pronunciation: respelling(lugij)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
luggage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (suitcases, etc.)αποσκευές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (καθομιλουμένη)βαλίτσες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The airline lost Megan's luggage in Frankfurt. Each coach passenger is allowed one piece of luggage.
 Η αεροπορική εταιρεία έχασε τις αποσκευές της Μέγκαν στη Φρανκφούρτη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hand luggage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (carry-on baggage)χειραποσκευή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Most airlines allow only one piece of hand luggage. You cannot carry aerosols or sharp instruments in your hand luggage.
 Οι περισσότερες αεροπορικές εταιρείες επιτρέπουν μόνο μία χειραποσκευή. Δεν μπορείς να κουβαλήσεις σπρέι ή αιχμηρά αντικείμενα στη χειραποσκευή σου.
left luggage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (baggage stored temporarily)αποσκευές προς φύλαξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αποθηκευμένες αποσκευές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
left luggage office,
left-luggage office
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(place where baggage may be stored)χώρος φύλαξης αποσκευών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I retrieved my bags from the left luggage office.
left-luggage adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (involving baggage)φύλαξης αποσκευών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  για φύλαξη αποσκευών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
lost luggage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mislaid baggage)απολεσθέντα μτχ αορμετοχή αορίστου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. προσληφθείς, προσληφθείσα, προσληφθέν κλπ.
  χαμένες αποσκευές επίθ + ουσ θηλ πλ
luggage carrier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (car accessory)ράφι αποσκευών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
luggage carrier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trolley for baggage) (για αποσκευές)καρότσι, καροτσάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
luggage conveyor belt,
luggage conveyer belt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(platform: transports baggage)ιμάντας μεταφοράς αποσκευών φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
luggage rack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shelf for baggage on a train)ράφι αποσκευών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I can't reach the luggage rack - could you lift my bag for me, please?
luggage room nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for storage of luggage)χώρος φύλαξης αποσκευών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'luggage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [use, fetch, find] a luggage cart, make your way to the luggage [belt, carousel], [hand, checked, carry-on] luggage, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση luggage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'luggage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης