loom

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈluːm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/lum/ ,USA pronunciation: respelling(lo̅o̅m)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (textile machine)αργαλειός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Jane had a loom at home where she would make her own fabrics.
 Η Τζέιν είχε έναν αργαλειό στο σπίτι όπου έφτιαχνε τα δικά της υφάσματα.
loom viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (look big, intimidating)ορθώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  δεσπόζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 To the north of the town, the volcano loomed.
 Προς τα βόρεια της πόλης, ορθωνόταν ένα ηφαίστειο.
loom over [sb/sth] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (look big, intimidating)ορθώνομαι μπροστά σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  στέκομαι πανύψηλος μπροστά σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (όχι για ανθρώπους)δεσπόζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The bully loomed over his victim and demanded his lunch money.
loom viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (appear imminent)καραδοκώ, παραμονεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ελλοχεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  επίκειται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 The threat of war was looming.
 Η απειλή του πολέμου ελλόχευε.
loom over [sth/sb] vi + prep figurative (appear imminent) (ο κίνδυνος)ελλοχεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ο παθών)διατρέχοντας τον κίνδυνο να περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 With the possibility of losing his job looming over him, Ken started working on his CV.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of an oar) (μέρος κουπιού)άξονας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The rower laid the loom of the oar into the oar lock.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
loom up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (rise ominously)ορθώνομαι απειλητικά ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)πλησιάζω απειλητικά ρ αμ + επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
loom large v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (seem threatening, imminent) (μεταφορικά)καραδοκώ, παραμονεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επίκειμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The students were unable to enjoy their vacation because final exams loomed large.
power loom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine for weaving textiles)μηχανικός αργαλειός επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'loom' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: use a [hand, power] loom (for weaving), [worked, operated] the loom, [fabric, textiles, rugs] woven on looms, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση loom στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'loom'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης