longueur

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/lɔ̃ɡœr/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lông gûr, long-; Fr.n gœr)

Inflections of 'longueur' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": longueurs

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
longueur nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. French (book, film: slow-paced section) (για βιβλία, ταινίες)τμήμα με αργή δράση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  (μεταφορικά)κάνει κοιλιά εκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση longueur στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'longueur'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης