Σε αυτή τη σελίδα: longstanding, long-standing

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
longstanding,
long-standing
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(long-term, having existed for a long time)μακρόχρονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
long-standing,
long standing
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(well-established, long-term)μακροχρόνιος, μακρόχρονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ανάλογα με τα συμφραζόμενα)που κρατάει χρόνια, που διαρκεί χρόνια, που υπάρχει εδώ και χρόνια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Dan and Adam have a long-standing partnership; they've worked together for years. The rivalry between Romeo's family and Juliet's is long standing.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση longstanding στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'longstanding'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης