longing

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɒŋɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlɔŋɪŋ, ˈlɑŋ-/ ,USA pronunciation: respelling(lônging, long-)

Σε αυτή τη σελίδα: longing, long, longe

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
longing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unfulfilled desire)λαχτάρα, επιθυμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (στεναχώρια)καημός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He was filled with a sudden longing for home.
 Ένιωσε ξαφνική λαχτάρα για το σπίτι του.
longing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (showing desire)γεμάτος επιθυμία, γεμάτος λαχτάρα φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 She cast a longing look at the last piece of chocolate.
 Έριξε μια ματιά γεμάτη λαχτάρα στο τελευταίο κομμάτι σοκολάτας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (great in extent, distance)μακρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Yes, it is a long table.
 Ναι, είναι μακρύ το τραπέζι.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (great in measurement)που έχει μήκος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  που έχει μάκρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The table is three metres long.
 Το τραπέζι έχει τρία μέτρα μήκος (or: μάκρος).
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (great in duration)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αρνητική σημασία)μακροσκελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That film was too long.
 Η ταινία ήταν πολύ μεγάλη (or: μακροσκελής).
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in duration)διάρκεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διαρκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κρατώ, κρατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The movie is three hours long.
 Η ταινία έχει διάρκεια τρεις ώρες.
 Η ταινία διαρκεί (or: κρατάει) τρεις ώρες.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (extensive)μακρύς, μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μακροσκελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I have a long list of problems with the house.
 Έχω μια μακριά (or: μεγάλη) λίστα με πράγματα που πρέπει να κάνω, αλλά δεν μου περισσεύει καθόλου χρόνος.
long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." formal (for a long time)πολλή ώρα, για πολλή ώρα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (μεγαλύτερη διάρκεια)πολύς καιρός, για πολύ καιρό, πολύς χρόνος, για πολύ χρόνο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The widow has long been alone; it is forty years since her husband died.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not short)μακρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I like to wear my hair long.
 Μου αρέσουν τα μαλλιά μου μακριά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (phonetics: extended)μακρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The word, "tool", has a long "o" sound.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στα αρχαία ελληνικά, υπήρχαν τα μακρά και τα βραχέα φωνήεντα.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (time: passing slowly) (μεταφορικά)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's been a long day - I can't wait to get home.
 Ήταν μεγάλη μέρα σήμερα - περιμένω πώς και πώς να πάω σπίτι.
long on [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (amply supplied)πλήρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εφοδιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)φουλ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Yes, we are long on spaghetti here and won't need to get any more for weeks.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε πλήρεις και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, είμαστε εφοδιασμένοι με μακαρόνια και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε φουλ και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (finance: holding equities)ανοδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  long επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 While others were selling the stock short, he took a long position.
 Ενώ οι άλλοι πουλούσαν τη μετοχή, αυτός πήρε ανοδική θέση (or: θέση long).
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (drink: tall size)long επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (περιγραφικά)που σερβίρεται σε ψηλό ποτήρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Έχει καθιερωθεί ο όρος long drink.
 Pimms is served with lemonade as a long drink.
 Το Pimms σερβίρεται με λεμονάδα σαν long drink.
long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (elliptical usage: a long time)για ώρα, για πολλή ώρα, για πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (μεγαλύτερη διάρκεια)για καιρό, για πολύ καιρό, για πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Will she be long?
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα λείψει για ώρα; Αν είναι να έρθει σε λίγο θα την περιμένω.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα λείψει για καιρό; Ναι, είπε οτι θα γυρίσει σε δύο εβδομάδες.
long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (far in the past)πολύ καιρό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 There were problems here long before he arrived.
 Υπήρχαν προβλήματα εδώ πολύ καιρό (or: πολύ) πριν φτάσει.
long nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (clothing: long size) (φούστα: μέχρι το πάτωμα)μάξι, maxi επίθ ως ουσ ουδ άκλ
  μακρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ρούχα για ψηλούς)για ψηλούς φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  long επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία όσον αφορά τα ρούχα για ψηλούς, καθώς δεν συνηθίζονται στην Ελλάδα.
 I love this dress style, but do you have a long?
 Μου αρέσει αυτή η γραμμή του φορέματος, αλλά υπάρχει σε μάξι (or: μακρύ);
long to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (yearn)λαχταρώ, ποθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He longed to be back home with his family.
 Λαχταρούσε (or: Ποθούσε) να γυρίσει στο σπίτι με την οικογένειά του.
long for [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (wish [sb] would do [sth])λαχταρώ, ποθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She longed for him to take her in his arms and tell her he loved her.
 Λαχταρούσε να την πάρει στην αγκαλιά του και να της πει ότι την αγαπάει.
long for [sth] vi + prep (desire)λαχταρώ, ποθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Snow White longed for the day that her prince would come.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
longe,
UK: lunge
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(horse training)συραγώγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Κυκλική εκπαίδευση ή εκγύμναση αλόγου με σκοινί.
longe [sth] (US),
lunge [sth] (UK)
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(horse: train using longe line)εκπαιδεύω με συραγωγέα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In order to ensure I had a safe ride, I first had to lunge my horse.
 Προκειμένου να βεβαιωθώ πως θα είμαι ασφαλής πάνω στο άλογο, έπρεπε πρώτα να το εκπαιδεύσω με συραγωγέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'longing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a longing for [love, fame, fortune, more], a longing to [return, see, visit, become, be, know], has always had a longing to [return], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση longing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'longing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης