longe

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lunj, lonj)

Inflections of 'longe' (v): (⇒ conjugate)
longes
v 3rd person singular
longeing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
longed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
longed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
longe,
UK: lunge
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(horse training)συραγώγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Κυκλική εκπαίδευση ή εκγύμναση αλόγου με σκοινί.
longe [sth] (US),
lunge [sth] (UK)
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(horse: train using longe line)εκπαιδεύω με συραγωγέα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In order to ensure I had a safe ride, I first had to lunge my horse.
 Προκειμένου να βεβαιωθώ πως θα είμαι ασφαλής πάνω στο άλογο, έπρεπε πρώτα να το εκπαιδεύσω με συραγωγέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'longe' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση longe στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'longe'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης