Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

long drink


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο long παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: drink

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (great in extent, distance)μακρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Yes, it is a long table.
 Ναι, είναι μακρύ το τραπέζι.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (great in measurement)που έχει μήκος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  που έχει μάκρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The table is three metres long.
 Το τραπέζι έχει τρία μέτρα μήκος (or: μάκρος).
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (great in duration)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αρνητική σημασία)μακροσκελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That film was too long.
 Η ταινία ήταν πολύ μεγάλη (or: μακροσκελής).
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in duration)διάρκεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διαρκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κρατώ, κρατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The movie is three hours long.
 Η ταινία έχει διάρκεια τρεις ώρες.
 Η ταινία διαρκεί (or: κρατάει) τρεις ώρες.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (extensive)μακρύς, μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μακροσκελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I have a long list of problems with the house.
 Έχω μια μακριά (or: μεγάλη) λίστα με πράγματα που πρέπει να κάνω, αλλά δεν μου περισσεύει καθόλου χρόνος.
long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." formal (for a long time)πολλή ώρα, για πολλή ώρα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (μεγαλύτερη διάρκεια)πολύς καιρός, για πολύ καιρό, πολύς χρόνος, για πολύ χρόνο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The widow has long been alone; it is forty years since her husband died.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not short)μακρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I like to wear my hair long.
 Μου αρέσουν τα μαλλιά μου μακριά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (phonetics: extended)μακρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The word, "tool", has a long "o" sound.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Στα αρχαία ελληνικά, υπήρχαν τα μακρά και τα βραχέα φωνήεντα.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (time: passing slowly) (μεταφορικά)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's been a long day - I can't wait to get home.
 Ήταν μεγάλη μέρα σήμερα - περιμένω πώς και πώς να πάω σπίτι.
long on [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (amply supplied)πλήρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εφοδιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)φουλ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Yes, we are long on spaghetti here and won't need to get any more for weeks.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε πλήρεις και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, είμαστε εφοδιασμένοι με μακαρόνια και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε φουλ και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (finance: holding equities)ανοδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  long επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 While others were selling the stock short, he took a long position.
 Ενώ οι άλλοι πουλούσαν τη μετοχή, αυτός πήρε ανοδική θέση (or: θέση long).
long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (drink: tall size)long επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (περιγραφικά)που σερβίρεται σε ψηλό ποτήρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Έχει καθιερωθεί ο όρος long drink.
 Pimms is served with lemonade as a long drink.
 Το Pimms σερβίρεται με λεμονάδα σαν long drink.
long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (elliptical usage: a long time)για ώρα, για πολλή ώρα, για πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (μεγαλύτερη διάρκεια)για καιρό, για πολύ καιρό, για πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Will she be long?
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θα λείψει για ώρα; Αν είναι να έρθει σε λίγο θα την περιμένω.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θα λείψει για καιρό; Ναι, είπε οτι θα γυρίσει σε δύο εβδομάδες.
long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (far in the past)πολύ καιρό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 There were problems here long before he arrived.
 Υπήρχαν προβλήματα εδώ πολύ καιρό (or: πολύ) πριν φτάσει.
long nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (clothing: long size) (φούστα: μέχρι το πάτωμα)μάξι, maxi επίθ ως ουσ ουδ άκλ
  μακρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ρούχα για ψηλούς)για ψηλούς φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  long επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία όσον αφορά τα ρούχα για ψηλούς, καθώς δεν συνηθίζονται στην Ελλάδα.
 I love this dress style, but do you have a long?
 Μου αρέσει αυτή η γραμμή του φορέματος, αλλά υπάρχει σε μάξι (or: μακρύ);
long to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (yearn)λαχταρώ, ποθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He longed to be back home with his family.
 Λαχταρούσε (or: Ποθούσε) να γυρίσει στο σπίτι με την οικογένειά του.
long for [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (wish [sb] would do [sth])λαχταρώ, ποθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She longed for him to take her in his arms and tell her he loved her.
 Λαχταρούσε να την πάρει στην αγκαλιά του και να της πει ότι την αγαπάει.
long for [sth] vi + prep (desire)λαχταρώ, ποθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Snow White longed for the day that her prince would come.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
long for [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (want [sth] keenly)λαχταράω, λαχταρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Have you ever longed for something so much that you could almost taste it? The businessman longed for more than material wealth.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a long time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a considerable period)πολύς καιρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  μεγάλο χρονικό διάστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It's a long time since we last met.
 Πάει πολύς καιρός από τότε που βρεθήκαμε για τελευταία φορά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Λείπει από τη δουλειά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
a long time ago advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the distant past)πριν από πολύ καιρό, πολύ παλιά, εδώ και πολύ καιρό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 A long time ago, my ancestors settled in this land.
a long way down advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (far below)πολύ πιο κάτω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It's a long way down from the top of the cliff.
a long way down preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (a significant distance along)πολύ πιο μακριά, πολύ πιο πέρα, πολύ παραπέρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πολύ πιο κάτω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The climber fell a long way down the mountain, but luckily landed in deep snow.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the distance)μακριά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (ποιητικό)αλάργα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 A long way off, you could just see the lights from a distant village.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (distant, far away)μακριά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (ποιητικό)αλάργα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Those birds are swimming a long way off shore, so you'll need a telescope to see them.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, colloquial (in the distant future)στο μέλλον, μελλοντικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 My sixtieth birthday is still a long way off.
a long way to go exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (much effort still needed)χρειάζεται πολλή προσπάθεια ακόμη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)έχω ακόμα δρόμο μπροστά, έχω δρόμο ακόμα εκφρ
 Brad did well on the quiz, but he has a long way to go before he passes the class.
a long while nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable period of time)πολύς καιρός επίθ + ουσ αρσ
  καιρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 It's been a long while since I played golf.
a mighty long time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (very considerable period)πολύς καιρός, πολύς χρόνος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)μια ζωή, μια ζωή ολόκληρη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 34 years? That's a mighty long time to spend in one job.
a mile long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (one mile in length)ένα μίλι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει μήκος ένα μίλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The road is about a mile long.
 Ο δρόμος είναι περίπου ένα μίλι.
 Ο δρόμος έχει μήκος περίπου ένα μίλι.
a mile long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, figurative, informal (extensive) (μεταφορικά)ένα χιλιόμετρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει μήκος ένα χιλιόμετρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Her grocery list was a mile long!
 Η λίστα με τα ψώνια της είχε μήκος ένα χιλιόμετρο!
age-long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (existing for a long time)πανάρχαιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  παλιός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μακροχρόνιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
all day long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (throughout the whole day)όλη μέρα, όλη την ημέρα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  ολημερίς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I could water the flowers all day long. I sat in the sun all day long and read my book.
 Θα μπορούσα να ποτίζω τα λουλούδια όλη μέρα. Έκατσα στον ήλιο όλη μέρα και διάβαζα το βιβλίο μου.
as long as,
so long as
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(providing that)εφόσον, αρκεί να έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υπό τον όρο ότι, με τον όρο ότι, έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I am happy, as long as the sun always comes back around.
 Θα είμαι ικανοποιημένος, αρκεί να βγαίνει κάθε μέρα ο ήλιος.
as long as,
so long as
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(while)όσο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  για όσο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 As long as you're living under my roof, you'll obey my rules, young lady!
 Όσο ζεις στο δικό μου σπίτι, θα υπακούς στους κανόνες μου, νεαρή μου!
as long as exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (equal in length to)τόσο... όσο αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  έχω μήκος όσο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My garden is as long as a football pitch.
 Ο κήπος μου έχει μήκος όσο ένα γήπεδο ποδοσφαίρου.
at long last exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (emphatic: finally)επιτέλους επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  επιτέλους τέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
before long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (soon)σύντομα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Spring should be coming before long.
 Σύντομα θα έρθει η άνοιξη.
by a long shot exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (by a large margin)oύτε κατά διάνοια εκφρ
  κατά πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πέρασε και δεν ακούμπησε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
daddy longlegs,
daddy-long-legs
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, colloquial, invariable (insect: cranefly) (έντομο με μακριά πόδια)τιπούλη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I hate daddy longlegs – they make my flesh crawl.
daddy longlegs,
daddy-long-legs (UK),
harvestman (US)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
colloquial, invariable (arachnid: harvestman) (είδος εντόμου)φαλάγγι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
ere long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." archaic, literary (soon, quickly)σύντομα, σε λίγο, ταχέως, γρήγορα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Ere long the storm passed, and the village was tranquil once again.
farsighted (US),
long-sighted,
longsighted (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(difficulty seeing near objects)που βλέπει μακριά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
farsightedness (US),
long-sightedness,
longsightedness (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(vision defect: being longsighted)πρεσβυωπία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Dawn wears glasses to correct her farsightedness.
for a long time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at length)για μεγάλο χρονικό διάστημα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  για πολύ καιρό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (ώρες, λεπτά)για πολύ ώρα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 After a hard day's work, I'm always ready to sleep for a long time.
 Μετά από μια μέρα σκληρής δουλειάς είμαι πάντα έτοιμος να κοιμηθώ για πολύ ώρα.
for a long time to come advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (way into the future)για πολύ καιρό ακόμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  για πολύ καιρό, για καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Oil spills affect the environment both immediately and for a long time to come.
for long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a considerable time)για πολύ καιρό, για καιρό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (πιο μικρό διάστημα)για πολλή ώρα, για ώρα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (επίσημο, αρχαϊκό)επί μακρόν φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
Σχόλιο: used in questions and negatives
 Will he be gone for long?
 Θα λείπει για πολύ καιρό;
for so long exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (finite amount of time) (ειρωνικά)για πάντα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The boss will only wait for so long; hurry up!
 Το αφεντικό δεν θα περιμένει για πάντα, κουνήσου!
for so long exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (a very long time)εδώ και πολύ καιρό, εδώ και καιρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πολύ καιρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jasmine has wanted to go to Paris for so long.
go a long way exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (be successful)επιτυγχάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τα πάω πολύ καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 With Tom's intelligence and ambition, he'll go a long way.
go a long way,
go a long way to do [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(be helpful)βοηθώ πολύ ρ μ + επίρ
  είμαι μεγάλη βοήθεια για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The man's generous donation will go a long way to help build homes for needy families.
how long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (time: for what duration)πόσος χρόνος χρειάζεται, πόσο χρόνο θέλει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πόσο κάνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (για λεπτά, ώρες)πόση ώρα θέλει, πόση ώρα χρειάζεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 How long does it take to boil an egg?
 Πόσος χρόνος χρειάζεται για να βράσει ένα αβγό;
 Πόσο κάνει ένα αβγό να βράσει;
how long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (measurement: what length)τι μήκος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πόσο μήκος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 How long is the Great Wall of China?
 Τι μήκος έχει το Σινικό τείχος;
in the long run exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (eventually)μακροπρόθεσμα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 It's probably for the best in the long run. It will be a little bumpy at first, but in the long run it will be well worth it.
 Πιθανόν να βγει σε καλό μακροπρόθεσμα. Αρχικά θα υπάρξουν λίγες δυσκολίες, αλλά μακροπρόθεσμα θα αξίζει τον κόπο.
in the long term,
in the long-term
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(well into the future)μακροπρόθεσμα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The investment in new machinery will cost a lot of money, but will be worthwhile in the long term.
it's been a long time exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (a lot of time has passed)έχει περάσει πολύς καιρός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's been a long time since I last saw him.
lifelong,
life-long
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(lasting a lifetime)ισόβιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Marriage should be regarded as a lifelong commitment.
 Ο γάμος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ισόβια δέσμευση.
long after preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (for a long time following)για πολύ καιρό μετά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πολύ καιρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μικρότερη διάρκεια)για πολλή ώρα μετά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πολλή ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The feeling of good times lingered on in the house long after the party was over.
long ago advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (many years before now)παλιά, πριν από πολλά χρόνια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Long ago all these mountains were volcanoes.
long arm of the law nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (police powers) (μεταφορικά)το μακρύ χέρι του νόμου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you break the law, the police will catch you - you can't outrun the long arm of the law.
long distance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable range, length)μεγάλη απόσταση επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 Kane scored a magnificent goal from a long distance.
long distance,
long-distance
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(over considerable range)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μακρινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μεγάλης απόστασης φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 It is a good idea to stretch your legs regularly during a long-distance flight.
long distance adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (phone call: not local) (εντός χώρας)υπεραστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (στο εξωτερικό)διεθνής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Additional charges will apply if the call is long distance.
long division nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (procedure for dividing a number)αλγόριθμος για διαίρεση στο χέρι β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Όταν αναφέρεται γενικά στη μαθηματική πράξη, λέγεται απλά «διαίρεση».
 To divide 5,381,264 by 17, you need either long division or a calculator!
long duration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable period of time)πολύς καιρός, μακρά χρονική περίοδος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
long face nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sad expression) (μεταφορικά: λύπη, γκρίνια)μούτρα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 You got everything you wanted, so why the long face?
long gone,
long-gone
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having left a long time ago)πάει καιρός που έφυγε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  που έχει φύγει εδώ και καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 Tony is long gone; he now lives in Chicago.
long gone,
long-gone
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having died a long time ago) (ευφημισμός)πάει καιρός που έφυγε, πάει καιρός που τον χάσαμε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (ευφημισμός)που έχει φύγει εδώ και καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 These cave paintings were created by our long-gone ancestors.
long hair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hairstyle: grown long)μακριά μαλλιά επίθ + ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)τα μακριά φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Long hair suits Debbie; she looks really pretty.
 Τα μακριά μαλλιά πάνε στην Ντέμπι. Είναι πολύ όμορφη.
long haired,
long-haired
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(person: having long hairstyle)μακρυμάλλης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Sam was a long-haired hippie in the 1970s.
long haired,
long-haired
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(animal: having long fur)μακρύτριχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her long-haired cat sheds all over the furniture.
long haul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (journey: long-distance)μεγάλο ταξίδι, μακρύ ταξίδι επίθ + ουσ ουδ
 The trip from France to Australia is a long haul.
long-haul adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (over long distance)μεγάλων αποστάσεων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Long-haul trucks regularly carry goods across the country.
the long haul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (full duration) (στην έκφραση «για καιρό»)καιρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταφορικά: ήρθα για να)για να μείνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The football club's new owners say they're in for the long haul.
long hours nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (extended working time)υπερωρίες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 You may have to work long hours, including weekends, in order to meet deadlines. A lot of newly-qualified lawyers work very long hours for their firms.
 Ίσως πρέπει να δουλέψεις υπερωρίες, ακόμη και σαββατοκύριακα, για να προλάβεις προθεσμίες. Πολλοί νέοι δικηγόροι δουλεύουν πολλές υπερωρίες για τις εταιρείες τους.
long in the tooth adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (old or very experienced)έμπειρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)παλιός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  παλιά καραβάνα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
long johns nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (full-body undergarments) (εσώρουχο)σκελέα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I am wearing long johns and thermal underwear, but I am still cold!
long jump (UK),
broad jump (US)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(athletics competition) (σπορ)άλμα εις μήκος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 It was during the Olympics that she broke the world long jump record. In high school I was on the track and field team and participated in the long jump.
 Ήταν στους Ολυμπιακούς που έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις μήκος. Στο γυμνάσιο ήμουν στην ομάδα στίβου και αγωνιζόμουνα στο άλμα εις μήκος.
long lasting,
long-lasting
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(enduring)ανθεκτικός, μακροχρόνιος, μεγάλης διάρκειας επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 The effects of the storm have been long-lasting.
long lasting,
long-lasting
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(durable)ανθεκτικός, μακροχρόνιος, μεγάλης διάρκειας επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We need to find a long-lasting solution. The coating on the car will ensure that the paint job is long lasting.
 Πρέπει να βρούμε μια μακρόχρονη λύση. Η τελευταία στρώση στο αυτοκίνητο θα εξασφαλίσει ότι το βάψιμο θα είναι ανθεκτικό.
long life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (longevity)μακροβιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μακρά ζωή επίθ + ουσ θηλ
 A healthy diet is key to a long life. My grandfather had a long life, passing away at the age of 92.
 Η υγιεινή διατροφή είναι το κλειδί της μακροβιότητας.
 Ο παππούς μου έζησε μακρά ζωή, πέθανε στα 92 του.
long life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (endurance)ανθεκτικότητα, αντοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This bicycle is built for long life using high-quality components.
Long live exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (cheer in support)ζήτω επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 The crowd shouted with one voice: "Long live the king!".
long overdue,
long-overdue
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(long-awaited)που έχει καθυστερήσει πολύ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έπρεπε να έχει γίνει από καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καθυστερημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αναμενόμενος εδώ και καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Janice finally got a long-overdue apology from her ex-boyfriend.
long play record,
long-play record
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(12-inch vinyl record)δίσκος βινυλίου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't think you can find long play records any more.
long range nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable distance)μεγάλη απόσταση επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective
 The device allows the police to convey important messages over a long range in a noisy environment.
long-range n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (covering a considerable distance)μεγάλων αποστάσεων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Long-range jets can fly non-stop across the Pacific.
long-range n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." figurative (into the future)μακροπρόθεσμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Right now I am focused on my studies, but my long-range ambition is to get a great job and start a family.
long run nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (long term)μακροπρόθεσμα, με τον καιρό, με την πάροδο του χρόνου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Having qualifications will help you in the long run. You may be angry now but you'll thank me in the long run.
 Το να έχεις προσόντα θα σε βοηθήσει μακροπρόθεσμα. Μπορεί να είσαι θυμωμένος τώρα, αλλά με τον καιρό θα με ευχαριστείς.
long shot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative ([sth] unlikely)δύσκολο, απίθανο επίθ ως ουσ ουδ
  (έχω, υπάρχουν)μικρές πιθανότητες επίθ + ουσ θηλ
 I know this is a long shot, but I don't suppose you have a screwdriver I could borrow?
long shot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative ([sth] unlikely to succeed) (αργκό: είμαι)καμένο χαρτί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό: μεταφορικά)δυσκολάκι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  (έχω, υπάρχουν)μικρές πιθανότητες επιτυχίας, μικρές πιθανότητες νίκης β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Though the horse was a long shot, he still won the race.
 Μολονότι το άλογο είχε μικρές πιθανότητες να νικήσει, τα κατάφερε.
long shot,
wide shot,
full shot
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(movie, photo: wide-angle view) (κινηματογράφος)μακρινό πλάνο επίθ + ουσ ουδ
 The film begins with a long shot in which you can see the whole town.
 Η ταινία ξεκινά με ένα μακρινό πλάνο στο οποίο βλέπει κανείς ολόκληρη την πόλη.
long since advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for a long time now)εδώ και καιρό, εδώ και πολύ καιρό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (έγινε κτ)πάει καιρός από τότε που, έχει περάσει καιρός από τότε που περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I've long since retired; I haven't worked for years.
long time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable period of time) (πχ μέρες, μήνες)πολύς καιρός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πχ ώρες, λεπτά)πολλή ώρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen or single-word form is used when the term is an adjective
 I sat in the sun for a long time and got sunburned. I haven't seen my ex-husband in a long time.
 Δεν έχω δει τον πρώην σύζυγό μου εδώ και πολύ καιρό.
 Έκατσα πολλή ώρα στον ήλιο και κάηκα.
long time no see interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (I haven't seen you for a long time)χρόνια και ζαμάνια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Hey, Andrew! Long time no see!
long underwear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (full-body undergarments)μακρυά εσώρουχα επίθ + ουσ ουδ πλ
  (παλαιό: μόνο στα πόδια)μακρύ σώβρακο επίθ + ουσ ουδ
 It was below freezing temperatures, so he decided to wear long underwear.
long vacation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (summer break or holiday)καλοκαιρινές διακοπές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
long vowel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (English: vowel sound)μακρό φωνήεν επίθ + ουσ ουδ
long way nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable distance)μεγάλη απόσταση, σημαντική απόσταση επίθ + ουσ θηλ
 I'm not sure I would accept a job there; it's a long way from my family. We still have a long way to go on this project before it's finished.
 Δεν είμαι σίγουρος ότι θα δεχόμουν μια δουλειά εκεί· είναι σε μεγάλη απόσταση από την οικογένειά μου. Έχουμε να καλύψουμε σημαντική απόσταση, πριν θεωρηθεί ολοκληρωμένο αυτό το πρότζεκτ.
long-armed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having long arms)που έχει μακριά χέρια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, κυριολεκτικά)μακρυχέρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
long-awaited adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (expected for long time)πολυαναμενόμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
long-buried adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (died a long time ago)που πέθανε πριν πολύ καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που απεβίωσε πριν από καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)από καιρό εκλιπών φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
long-buried adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (hidden for a long time)κρυμμένος για καιρό φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  κρυφός για καιρό φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
long-dated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (financial security: 15 years to run)μακροπρόθεσμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
long-dead adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: died a long time ago)που πέθανε πριν από πολύ καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που απεβίωσε πριν από πολύ καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)από καιρό εκλιπών φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
long-distance call nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (phone call: not local area)υπεραστικό τηλεφώνημα επίθ + ουσ ουδ
  υπεραστική κλήση επίθ + ουσ θηλ
 Have at least five dollars ready for a long-distance call.
long-distance relationship nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (romance while far apart)σχέση εξ αποστάσεως φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The couple have been in a long-distance relationship for the past two years.
long-drawn-out adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (needlessly lengthy)μακρόχρονος, μακροχρόνιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κείμενο, λόγος)μακροσκελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
long-established,
long established
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(old, long in existence)παλαιός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
long-established,
long established
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(long the norm)καθιερωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  πάγιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
long-forgotten adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not remembered anymore)ξεχασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ξεχασμένος εδώ και καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
long-handled adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tool: with a long handle)με μακρύ χερούλι, με μακριά λαβή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His long-handled screwdriver was missing from the toolbox.
long-legged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having long legs)με μακριά πόδια, που έχει μακριά πόδια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)μακρυπόδης, μακρυπόδαρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μακρυκάνης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
long-limbed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having long arms and legs)που έχει μακριά άκρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
long-lived adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having long lifespan)μακρόβιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  με μακρά διάρκεια ζωής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που διαρκεί πολύ καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που κρατάει καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
long-lost,
long lost
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
literary (missing for a long time)χαμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (κατά λέξη)χαμένος από καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
long-range plan nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (plan for distant future)μακροπρόθεσμο σχέδιο επίθ + ουσ ουδ
 Our long-range plan calls for building three new facilities in the next twenty years.
long-range planning nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (for distant future)μακροπρόθεσμος σχεδιασμός επίθ + ουσ αρσ
 Senior managers use long-range planning to further the company's mission.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση long drink στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'long drink'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης