WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loftiness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (height, altitude)ύψος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μεγάλο ύψος επίθ + ουσ ουδ
loftiness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (greatness, idealism)μεγαλοπρέπεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loftiness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (haughtiness)αλαζονεία, υπεροψία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'loftiness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση loftiness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'loftiness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης