livelihood

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlaɪvlihʊd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlaɪvliˌhʊd/ ,USA pronunciation: respelling(līvlē hŏŏd′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
livelihood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (financial support, living) (διαδικασία)βιοπορισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (χρήματα, εισόδημα)μέσα επιβίωσης φρ ως ουσ ουδ πλ
  τα προς το ζην φρ ως ουσ ουδ πλ
  (μεταφορικά)το ψωμί μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Because of the recession Larry lost his job and his livelihood.
 Λόγω της οικονομικής ύφεσης, ο Λάρι έχασε τη δουλειά και το ψωμί του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'livelihood' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [family's, workers', residents'] livelihood, the livelihood of the [family, locals, residents, townsfolk], the livelihood of [thousands] (of people), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση livelihood στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'livelihood'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης