liturgical

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/lɪˈt3ːrɪkəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/lɪˈtɝdʒɪkəl/ ,USA pronunciation: respelling(li tûrji kəl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
liturgical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (religion: relating to worship)λειτουργικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης