litigation

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌlɪtɪˈgeɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌlɪtɪˈgeɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(lit′i gāshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
litigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (court proceedings)δίκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δικαστικός αγώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  διαδικασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The judge complained that there was too much trivial litigation.
 Ο δικαστής παραπονέθηκε ότι υπήρχαν πολλές άσχετες διαδικασίες.
litigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lawsuit) (δικαστική)αγωγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the current litigation, the property owners are suing the city.
 Στην τρέχουσα αγωγή οι ιδιοκτήτες της περιουσίας μηνύουν τον δήμο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in litigation advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (undergoing legal proceedings)σε εκδίκαση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Even after days of arguments from both sides, the matter in hand was still in litigation.
Litigation Department nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of law firm dealing with damages)Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'litigation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
law

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση litigation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'litigation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης