limbo

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɪmbəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlɪmboʊ/ ,USA pronunciation: respelling(limbō)

Inflections of 'limbo' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": limbos

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
limbo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion: intermediate place) (θρησκεία)κατοικία των αβάφτιστων ψυχών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τόπος των αβάφτιστων ψυχών β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Unbaptized infants were believed to go to limbo when they died.
 Τα αβάφτιστα παιδιά πάνε στον τόπο των αβάφτιστων ψυχών όταν πεθαίνουν.
limbo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (suspended state)αναμονή, εκκρεμότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The project's in a state of limbo till more funding can be found.
 Το σχέδιο είναι σε κατάσταση αναμονής μέχρι να βρεθεί πρόσθετη χρηματοδότηση.
limbo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dance style) (χορός)λίμπο ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: ξενικό
 They were dancing the limbo, using a broomstick.
 Χόρευαν λίμπο με ένα σκουπόξυλο.
limbo adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of limbo dancing)λίμπο επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: λίμπο: άκλιτο, ξενικό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in limbo advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (in suspended state)σε κατάσταση αναμονής φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'limbo' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση limbo στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'limbo'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης