liaison

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/liˈeɪzɒn/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/liˈeɪzən, ˈliəˌzɑn/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lē′ā zôn, lēə zon′, -zən or, often,-; lē āzən, -zon; Fr. lye zôn)



Inflections of 'liaison' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": liaisons

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
liaison nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]: intermediary)σύνδεσμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The diplomat acted as a liaison between the two governments.
 Ο διπλωμάτης είχε τον ρόλο του συδνέσμου μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.
liaison nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexual affair)δεσμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  σχέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ειδύλλιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The politician had a liaison with a staffer during his campaign.
 Ο πολιτικός είχε σχέση με ένα μέλος του επιτελείου του κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας.
liaison nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unit communication)σύνδεση, διασύνδεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σύνδεσμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The two units of troops had a liaison to exchange important information.
 Οι δυο μονάδες του στρατού είχαν έναν σύνδεσμο για να ανταλλάσσουν σημαντικές πληροφορίες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
liaison nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thickening agent) (μαγειρική)λιεζόν, liaison ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Στην καθομιλουμένη αποδίδεται περιφραστικά, π.χ. «Η Κέιτ χρησιμοποίησε κορν φλάουρ για να δέσει τη σούπα της.»
 Kate used cornstarch as a liaison in her soup.
liaison nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pronunciation) (προφορά: σύνδεση)liaison ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Sarah had trouble learning which liaisons were optional and which were forbidden in French.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'liaison' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is the [school, community, prison, FBI] liaison officer, the liaison [team, service, office], liaison [meetings, relationships, arrangements], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση liaison στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'liaison'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης