WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
let go v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (release hold)αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I could hold the rope no longer and had to let go.
 Δεν μπορούσα να κρατήσω άλλο το σκοινί, έπρεπε να το αφήσω.
let go of [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (release hold on)αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let go of me, you bully!
 Άφησε με, παλιονταή!
let [sb] go v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (free)απελευθερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφήνω κπ ελεύθερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They agreed to let all the hostages go.
 Συμφώνησαν ν' απελευθερώσουν όλους τους ομήρους.
let [sb] go v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (dismiss from job) (από δουλειά)διώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  απολύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The boss had no choice but to let ten of his employees go.
let [sth] go v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (stop pursuing [sth])αφήνω, ξεχνάω, ξεχνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δεν ασχολούμαι άλλο με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We've decided to let the matter go.
 Αποφασίσαμε να ξεχάσουμε το θέμα.
 Αποφασίσαμε να μην ασχοληθούμε άλλο με το θέμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
not let go v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (keep a grip on [sth])κρατάω γερά, δεν αφήνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
not let go v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (refuse to release)κρατάω γερά, δεν αφήνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If the lobster grabs your finger, it won't let go.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'let go' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση let go στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'let go'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης