leaning

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈliːnɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlinɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(lēning)


From the verb lean: (⇒ conjugate)
leaning is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: leaning, lean

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leaning adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not straight)που γέρνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γυρτός, γερτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο, επιστημονικό)κεκλιμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The leaning outbuilding is dangerous and will have to be demolished.
 Το βοηθητικό κτίριο που γέρνει είναι επικίνδυνο και θα πρέπει να κατεδαφιστεί.
leanings nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (tendency, inclination)τάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (προς κάτι)ροπή, κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The governor has some liberal leanings, but somehow still keeps cutting the budget for education.
 Ο κυβερνήτης έχει κάποιες φιλελεύθερες τάσεις, αλλά παρόλα αυτά κάνει περικοπές στον προϋπολογισμό για την εκπαίδευση.
leanings,
also US: lean
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
figurative (inclination, slant)τάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (προς κάτι)ροπή, κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That TV station has a liberal lean.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lean adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (meat: having little fat) (για κρέας: με λίγο λίπος)άπαχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I prefer lean meat to fatty meat.
 Προτιμώ το άπαχο κρέας από το παχύ.
lean adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (body: thin and strong)σφιχτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σφιχτοδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The female athlete's muscles were lean.
 Οι μύες της αθλήτριας είναι σφιχτοί (or: σφιχτοδεμένοι).
lean adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: thin)αδύνατος, λεπτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  λιγνός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her lean figure was silhouetted by the sun.
 Ο ήλιος διαγράφει την αδύνατη (or: λιγνή) της φιγούρα.
lean viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (slant, not be vertical)κλίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)γέρνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  έχω κλίση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The Leaning Tower of Pisa leans away from the sea.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ξέρεις αν ο Πύργος της Πίζας έκλινε ανέκαθεν τόσο πολύ προς τη μία πλευρά;
lean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (angle of slant)κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lean adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (poor; lacking richness)φτωχικός, φτωχός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 These are lean times for many people, as prices rise and wages decline.
 Αυτά τα χρόνια είναι φτωχικά για πολλούς ανθρώπους, καθώς οι τιμές αυξάνονται και οι μισθοί πέφτουν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
leaning | lean
ΑγγλικάΕλληνικά
forward leaning,
forward-leaning
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(bent or tilted forwards)που γέρνει μπροστά, που γέρνει προς τα εμπρός, που έχει κλίση προς τα εμπρός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γερμένος μπροστά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθαρεύουσα)κεκλιμένος προς τα εμπρός μτχ πρκ + επίρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
forward leaning,
forward-leaning
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (progressive) (ιδεολογία)προοδευτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
left-leaning adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (beliefs: tending to socialism) (πολιτική)αριστερίζων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  αριστερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Tower of Pisa,
Leaning Tower of Pisa
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bell tower in Italy)Πύργος της Πίζας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The Leaning Tower of Pisa attracts many tourists every year.
 Ο Κεκλιμένος Πύργος της Πίζας προσελκύει πολλούς τουρίστες κάθε χρόνο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'leaning' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [a person's, an individual's] political leanings, your [social, political, ideological] leanings, developed a leaning towards [socialism, liberalism, the left], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση leaning στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'leaning'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης