lean

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈliːn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/lin/ ,USA pronunciation: respelling(lēn)


Inflections of 'lean' (v): (⇒ conjugate)
leans
v 3rd person singular
leaning
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
leaned
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US & UK)
leant
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (UK)
leaned
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US & UK)
leant
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (UK)
Σε αυτή τη σελίδα: lean, leaning
Ο όρος 'lean' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'leaning'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'lean' is an alternate term for 'leaning'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lean adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (meat: having little fat) (για κρέας: με λίγο λίπος)άπαχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I prefer lean meat to fatty meat.
 Προτιμώ το άπαχο κρέας από το παχύ.
lean adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (body: thin and strong)σφιχτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σφιχτοδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The female athlete's muscles were lean.
 Οι μύες της αθλήτριας είναι σφιχτοί (or: σφιχτοδεμένοι).
lean adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: thin)αδύνατος, λεπτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  λιγνός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her lean figure was silhouetted by the sun.
 Ο ήλιος διαγράφει την αδύνατη (or: λιγνή) της φιγούρα.
lean viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (slant, not be vertical)κλίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)γέρνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  έχω κλίση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The Leaning Tower of Pisa leans away from the sea.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ξέρεις αν ο Πύργος της Πίζας έκλινε ανέκαθεν τόσο πολύ προς τη μία πλευρά;
lean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (angle of slant)κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lean adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (poor; lacking richness)φτωχικός, φτωχός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 These are lean times for many people, as prices rise and wages decline.
 Αυτά τα χρόνια είναι φτωχικά για πολλούς ανθρώπους, καθώς οι τιμές αυξάνονται και οι μισθοί πέφτουν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leaning adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not straight)που γέρνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γυρτός, γερτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο, επιστημονικό)κεκλιμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The leaning outbuilding is dangerous and will have to be demolished.
 Το βοηθητικό κτίριο που γέρνει είναι επικίνδυνο και θα πρέπει να κατεδαφιστεί.
leanings nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (tendency, inclination)τάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (προς κάτι)ροπή, κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The governor has some liberal leanings, but somehow still keeps cutting the budget for education.
 Ο κυβερνήτης έχει κάποιες φιλελεύθερες τάσεις, αλλά παρόλα αυτά κάνει περικοπές στον προϋπολογισμό για την εκπαίδευση.
leanings,
also US: lean
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
figurative (inclination, slant)τάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (προς κάτι)ροπή, κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That TV station has a liberal lean.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
lean | leaning
ΑγγλικάΕλληνικά
lean in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (incline your body: to listen, etc.) (για να ακούσω)σκύβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The little girl was soft-spoken, so Dawn leaned in to hear her better.
lean in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US, figurative, slang (be assertive)είμαι δυναμικός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Used to encourage women to be assertive.
lean on [sb],
lean upon [sb]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
(rely on for support) (μεταφορικά)στηρίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You can always lean on me.
 Μπορείς πάντοτε να στηρίζεσαι πάνω μου.
lean on [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (pressure to do [sth](μεταφορικά: απειλώντας ή εκφοβίζοντας)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
lean out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (bend or tilt one's body outwards)σκύβω, γέρνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
lean over vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (bend forwards or down)σκύβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  γέρνω προς τα εμπρός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I have to lean over to tie my shoe laces.
 Πρέπει να σκύψω για να δέσω τα κορδόνια μου.
lean over vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (bend sideways)γέρνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  έχω κλίση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  κλίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 In Pisa, there is a famous tower that leans over to one side.
 Στην Πίζα υπάρχει ένας φημισμένος πύργος που γέρνει προς τη μία πλευρά.
lean toward [sth/sb],
also UK: lean towards [sth/sb]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
figurative (tend towards, prefer) (μεταφορικά)κλίνω προς, προτιμώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 In the upcoming election, he is leaning towards the Democrats.
 Όσον αφορά τις επερχόμενες εκλογές, κλίνει προς τους Δημοκρατικούς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
lean | leaning
ΑγγλικάΕλληνικά
lean against [sth] vi + prep (for support)στηρίζομαι σε κτ, γέρνω πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He felt dizzy and had to lean against the wall for support.
lean [sth] against [sth] vtr + prep (prop: [sth] up on [sth])στηρίζω σε, γέρνω πάνω σε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The thief leaned his ladder against the wall of the house.
lean against [sth] vi + prep (be propped against [sth])γέρνω πάνω σε κτ, γέρνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The board is leaning against the wall.
 Η σανίδα γέρνει στον τοίχο.
lean back vi + adv (recline)ξαπλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
lean forward vi + adv (incline your body)σκύβω, γέρνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  σκύβω προς τα μπρος, γέρνω προς τα μπρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
lean manufacturing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (efficiency in the production of goods)λιτή παραγωγή επίθ + ουσ θηλ
lean meat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal flesh which is not fatty)άπαχο κρέας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Jack Spratt could eat no fat, so his wife gave Jack only the lean meat.
lean on [sth],
lean upon [sth]
vi + prep
(rest your weight on)στηρίζομαι σε κτ, γέρνω πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't lean on the railing of this balcony - it isn't secure! If you will lean on my shoulder as we walk, it will take some of the weight off your sore ankle.
 Μη στηρίζεσαι στα κάγκελα αυτού του μπαλκονιού, δεν είναι ασφαλές!
lean toward [sth/sb],
also UK: lean towards [sth/sb]
vi + prep
(incline body in the direction of) (κυριολεκτικά)γέρνω προς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My grandmother often leans toward me in order to hear every word that I say.
lean year nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unprosperous 12 months) (μεταφορικά)περίοδος των ισχνών αγελάδων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)δύσκολη χρονιά επίθ + ουσ θηλ
 2009 was a lean year for our company.
lean-to nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shed with slanted roof)υπόστεγο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)υπόστεγο με επικλινή οροφή β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lean' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: lean against the [wall], [chose, served, cooked, picked] the lean, the [meat, steak] is (very) lean, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lean στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lean'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης