lawyer

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɔɪər/, /ˈlɔːjər/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈlɔɪɚ, ˈlɔɪjɚ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lôyər, loiər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lawyer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal professional)δικηγόρος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (καθομ, ανεπ: γυναίκα)δικηγορίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ben went to law school to become a lawyer.
 Ο Μπεν πήγε στη νομική για να γίνει δικηγόρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
court-appointed lawyer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lawyer assigned to a defendant)δικηγόρος υπεράσπισης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She fired her court-appointed lawyer and hired a private firm.
defense attorney,
UK: defence lawyer
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (barrister, defence lawyer)συνήγορος υπεράσπισης φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
 Anderson's defense attorney still believes in a not guilty verdict because there was plenty of reasonable doubt.
patent lawyer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (copyright attorney)δικηγόρος που ειδικεύεται σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πράκτορας διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
senior lawyer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (highly-qualified attorney or barrister) (νομική)ανώτερος νομικός σύμβουλος φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
trial lawyer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (attorney)δικηγόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Trial lawyers have to be persuasive speakers in order to convince the jury.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lawyer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [divorce, criminal, defense, prosecution, trial] lawyer, a lawyer specializing in [divorce], need to [ask, consult] my lawyer (first), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lawyer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lawyer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης