lawsuit

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɔːsuːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlɔˌsut/ ,USA pronunciation: respelling(lôso̅o̅t′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lawsuit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal) (νομική)αγωγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The company launched a lawsuit against their competitor for patent violations.
 Η εταιρεία έκανε αγωγή στον ανταγωνιστή της για την παραβίαση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lawsuit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [civil, federal, personal injury] lawsuit, a lawsuit against the [organization, company, record label, hospital, city], a lawsuit brought by [customers, victims, sufferers, passengers, parents], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lawsuit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lawsuit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης