lawnmower

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɔːnməʊər/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lawnmower,
mower
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(grass-cutting machine)μηχανή του γκαζόν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I must get the lawnmower out this weekend - the grass is a foot long!
 Πρέπει να βγάλω τη μηχανή του γκαζόν το σαββατοκύριακο, το γρασίδι έχει γίνει ένα πόδι σε μήκος!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lawnmower στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lawnmower'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης