lawn

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɔːn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/lɔn/ ,USA pronunciation: respelling(lôn)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lawn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grass)γκαζόν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (σε κήπο, όχι λιβάδι)γρασίδι, χορτάρι, χόρτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Richard mowed his lawn on Saturday.
 Ο Ρίτσαρντ κούρεψε το γκαζόν του το Σάββατο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lawn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fabric) (παραπλήσιο)βατίστα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λεπτό βαμβακερό ή λινό ύφασμα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Jenny used cotton lawn fabric to make a skirt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
grass lawn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plot of cropped grass)παρτέρι με γκαζόν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
lawn bowling,
bowls,
lawn bowls
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sport: bowls played on a green)μπόουλινγκ επί χόρτου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μπόουλινγκ σε χορτάρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
lawn chair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sun lounger, deck chair)καρέκλα/ξαπλώστρα κήπου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We bought some comfortable lawn chairs so we could enjoy summer evenings in the back yard.
lawn tennis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: ballgame played on a grass court) (σπορ)τένις επί χόρτου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Wimbledon is the world's oldest lawn tennis club.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lawn' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: plays lawn bowling, a lawn bowling [player, tournament], a lawn tennis [tournament, club, court, association], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lawn στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lawn'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης