lawmaker

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɔːmeɪkər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlɔˌmeɪkɚ/ ,USA pronunciation: respelling(lômā′kər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lawmaker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who makes laws)νομοθέτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Lawmakers have decided to legalize same-sex marriage.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lawmaker' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lawmaker στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lawmaker'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης