lawless

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɔːləs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlɔlɪs/ ,USA pronunciation: respelling(lôlis)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lawless adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (criminal, illegal)παράνομος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Lawless activities will not be tolerated in the state of Texas.
lawless adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not abiding by the law)άνομος, παράνομος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The lawless country refuses to pay its debts.
lawless adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not strict in enforcing laws)άναρχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The lawless wild west was a good hiding place for criminals.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lawless' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lawless στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lawless'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης