lawful

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɔːfʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlɔfəl/ ,USA pronunciation: respelling(lôfəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lawful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (action: legal) (ενέργεια: νόμιμη)νομότυπος, έννομος, σύννομος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Donald took lawful action against the home invader.
lawful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (status: legitimate) (καθεστώς)νομότυπος, έννομος, σύννομος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Only the lawful king will inherit the throne.
lawful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: honest, decent) (άτομο)νομοταγής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Mary is a lawful citizen, so I know she's telling the truth.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lawful discrimination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (justifiably prejudiced treatment)διακρίσεις ή μεροληψία που δικαιολογούνται από το νόμο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
lawful transaction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal business dealing)νόμιμη συναλλαγή επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lawful' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lawful στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lawful'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης