WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
law firm nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (company of lawyers)δικηγορικό γραφείο επίθ + ουσ ουδ
  δικηγορική εταιρία επίθ + ουσ θηλ
 When she's finished law school she's hoping to find a job in a well-known law firm.
 Όταν τελειώσει τη νομική, ελπίζει να βρει δουλειά σε γνωστό δικηγορικό γραφείο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'law firm' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση law firm στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'law firm'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης