launch

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɔːntʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/lɔntʃ, lɑntʃ/ ,USA pronunciation: respelling(lônch, länch)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
launch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (rocket: send into space)εκτοξεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The space agency launched another rocket into space at 6 AM.
 Η διαστημική εταιρία εκτόξευσε άλλον έναν πύραυλο στο διάστημα στις 6 πμ.
launch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (vessel: set onto water)καθελκύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The shipyard will launch the new boat next week.
 Το ναυπηγείο θα καθελκύσει το νέο πλοίο την άλλη εβδομάδα.
launch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (marketing: introduce) (μάρκετινγκ: προϊόν)λανσάρω, παρουσιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The company will launch its new product on Wednesday.
 Η εταιρία θα λανσάρει (or: παρουσιάσει) το νέο της προϊόν την Τετάρτη.
launch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (set forth)ξεκινώ, φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)αναχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The ship will launch at three o'clock, so you'd better be on time.
 Το πλοίο θα ξεκινήσει στις τρεις, γι' αυτό καλύτερα να είσαι στην ώρα σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
launch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rocket)εκτόξευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The launch went as planned and the rocket is now in space.
 Η εκτόξευση πήγε καλά και ο πύραυλος βρίσκεται πλέον στο διάστημα.
launch,
launching
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(relating to a rocket launch) (σε γενική)εκτόξευσης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The rocket's launch time is 1400 hours.
launch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (product: be put on the market)κυκλοφορώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  λανσάρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The product will launch on Tuesday.
 Το προϊόν θα κυκλοφορήσει την Τρίτη.
launch vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (begin on a course)ξεκινώ, αρχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They launched the expedition into the uncharted jungle.
 Ξεκίνησαν την αποστολή μέσα στην ανεξερεύνητη ζούγκλα.
launch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (send forth)ρίχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)εξαπολύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The commander gave the order to launch the torpedoes at the enemy ship.
 Ο κυβερνήτης έδωσε εντολή να ρίξουμε τις τορπίλες στο εχθρικό πλοίο.
launch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hurl, throw)πετάω, ρίχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He launched the ball towards the goal from thirty metres away.
 Πέταξε τη μπάλα προς την εστία από απόσταση τριάντα μέτρων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
book launch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (publication event)λανσάρισμα βιβλίου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  προώθηση βιβλίου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
launch an attack,
launch an attack on [sth/sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(military: begin combat)εξαπολύω επίθεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Prepare to launch an attack, men.
launch an attack,
launch an attack on [sth/sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(criticize harshly)επικρίνω έντονα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The newspaper article launched an attack on the president and his policies.
launch into [sth] vi + prep (begin enthusiastically) (με χαρά, ενθουσιασμό)ξεκινάω, ξεκινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά: σε κτ)πέφτω με τα μούτρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 After seeing the beggar, he launched into a speech about poverty.
launch pad,
launchpad,
launching pad
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(platform for launching a spacecraft) (κυριολεκτικά)εξέδρα/πλατφόρμα εκτόξευσης διαστημοπλοίου/πυραύλου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Space Shuttle is on the launch pad and the countdown to blast-off has begun.
launch pad,
launchpad,
launching pad
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (starting point) (μεταφορικά)σημείο εκκίνησης, αρχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He used his six months as a kitchen assistant as a launch pad to his career as a chef. Winning a writing competition was the launch pad for her career as a successful author.
 Χρησιμοποίησε τους έξι μήνες που εργάστηκε ως βοηθός κουζίνας ως σημείο εκκίνησης για την καριέρα του ως μάγειρας. Η νίκη στο διαγωνισμό συγγραφής ήταν η αρχή της καριέρας της ως επιτυχημένη συγγραφέας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'launch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: launch a [rocket, satellite, shuttle], a [rocket, space] launch, the launch date is, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση launch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'launch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης