late

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈleɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/leɪt/ ,USA pronunciation: respelling(lāt)

Inflections of 'late' (advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."):
later
adv comparative
latest
adv superlative
Inflections of 'late' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
later
adj comparative
latest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
late adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (after the scheduled time)καθυστερημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αργώ, καθυστερώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I need to go. I am late for my appointment.
 Πρέπει να φύγω. Έχω αργήσει (or: καθυστερήσει) στο ραντεβού μου.
late adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (near the end of the day etc.)αργά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 It's late. Let's go home.
 Είναι αργά. Ας γυρίσουμε σπίτι.
late adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (latter part of) (στο τελευταίο μέρος)τέλη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (στην αρχαιολογία, για εποχές)ύστερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 They married in the late sixties. He married a woman in her late 40s.
 Παντρεύτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '60.
late advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (after the scheduled time)καθυστερημένα, αργότερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  με καθυστέρηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I arrived ten minutes late for the meeting.
 Έφτασα δέκα λεπτά καθυστερημένα (or: αργότερα) στη σύσκεψη.
 Έφτασα στη σύσκεψη με δέκα λεπτά καθυστέρηση.
late advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (near the end of: night, etc.)αργά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We talked late into the night.
 Μιλούσαμε μέχρι αργά τη νύχτα.
late adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." formal (former, deceased)εκλιπών μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  (επίσημο: τιμητικό)αείμνηστος, αλησμόνητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)συγχωρεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  μακαρίτης, μακαρίτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The late John Peters was a good man.
 Ο μακαρίτης (or: συγχωρεμένος) ο Τζον Πίτερς ήταν καλός άνθρωπος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
late adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fruit, vegetables: maturing later) (για φρούτα, λαχανικά)όψιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The ripening times are different for early and late fruit.
 Οι χρόνοι ωρίμανσης για τα πρώιμα και τα όψιμα φρούτα διαφέρουν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
as of late advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (recently, lately)πρόσφατα, τελευταία επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  τώρα τελευταία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  εδώ και λίγο καιρό, τον τελευταίο καιρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λόγιο)προσφάτως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She has been acting unusually as of late. She hasn't eaten for four days nor slept for two nights.
be late v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not arrive on time)καθυστερώ, είμαι αργοπορημένος ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We have a departmental meeting this morning so I daren't be late. Don't be late for your own wedding.
 Έχουμε μια σύσκεψη τμήματος το πρωί, οπότε δεν τολμώ να καθυστερήσω. Μην καθυστερήσεις στον ίδιο σου το γάμο.
better late than never exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (it is better to do [sth] late than never)κάλλιο αργά παρά ποτέ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
late arrival nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] occurring later than expected)καθυστερημένη άφιξη επίθ + ουσ θηλ
late arrival nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hotel guest checking in late)καθυστερημένη άφιξη επίθ + ουσ θηλ
late at night advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at a late hour, during the night)αργά το βράδυ, αργά τη νύχτα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I used to stay up late at night listening to music and reading.
late bloomer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant: flowers later in year) (για φυτά)που βγάζει άνθη αργότερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
late bloomer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person: matures later) (για ανθρώπους)που ωριμάζει αργότερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
late charge (penalty charge)τόκος υπερημερίας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
late fee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (charge incurred for missed deadline)τέλος καθυστέρησης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (λόγω καθυστέρησης)πρόσθετη επιβάρυνση επίθ + ουσ θηλ
late in the day exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in the evening)αργά το απόγευμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το βράδυ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αργά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We arrived late in the day, but the hotel staff were very accommodating.
late in the day exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (belatedly)καθυστερημένα, αργοπορημένα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Joanne apologized for sending her birthday wishes late in the day.
late in the day exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (belated)αργά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 You should have apologized while he was still alive, now it's a little late in the day.
late riser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who gets up late)κπ που ξυπνάει αργά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
late sleeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who does not wake early)που κοιμάται πολύ, που κοιμάται μέχρι αργά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ, ενίοτε μειωτικό)υπναράς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He's a late sleeper, don't expect him to arrive early for work.
late slip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (school: form filled in on late arrival)χαρτί για καθυστερημένη άφιξη β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
late-breaking adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (news: last-minute) (πιο πρόσφατος)τελευταίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  της τελευταίας στιγμής φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 In late breaking news, the president has just announced her resignation.
late-night adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (taking place at a late hour)βραδυνός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μετά τις 12 το βράδυ)μεταμεσονύκτιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I saw it on the late-night news.
of late advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (until recently)μέχρι πρόσφατα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 He has been riding the bus of late.
run late viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (be behind schedule)αργώ, καθυστερώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι καθυστερημένος, είμαι αργοπορημένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 I'd love to stop and talk to you, but I'm running late for an important meeting with my boss.
 Θα ήθελα να σταματήσω να τα πούμε αλλά έχω αργήσει για ένα σημαντικό ραντεβού με το αφεντικό μου.
sleep late v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (wake up later than usual)κοιμάμαι μέχρι αργά, παρακοιμάμαι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I usually sleep late on Sundays.
stay out late v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get home late)μένω έξω μέχρι αργά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
stay up late viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (not go to bed as early as usual)ξενυχτάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He never allows his son to stay up late if he has school the following day. I stayed up late to watch the World Cup game.
 Δεν επιτρέπει ποτέ στο γιο του να ξενυχτήσει αν έχει σχολείο την επόμενη μέρα. Ξενύχτησα για να δω τον αγώνα του Παγκόσμιου Κυπέλλου.
the late adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: deceased, dead)ο αείμνηστος άρθ ορ + επίθ
  (καθομιλουμένη)ο μακαρίτης ο, η μακαρίτισσα άρθ ορ + ουσ αρσ, άρθ ορ + ουσ θηλ
too late adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not in time for [sth])αργά, πολύ αργά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Simon was too late to catch his train.
too late advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not in time for [sth])αργά, πολύ αργά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 You turned in your homework too late to get full credit for it. I arrived an hour too late for my appointment.
work late v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (work longer than usual in evening)κάνω υπερωρίες ρ μ + ουσ θηλ πλ
  δουλεύω μέχρι αργά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'late' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [bus, train, homework] was late, is getting too late for, [are, came] too late, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση late στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'late'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης