language

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlæŋgwɪdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlæŋgwɪdʒ/ ,USA pronunciation: respelling(langgwij)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (verbal communication of a country, etc.) (μέσο επικοινωνίας)γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She speaks two languages: French and English.
 Μιλάει δυο γλώσσες: γαλλικά και αγγλικά.
language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computers: programming code) (Η/Υ: κώδικας)γλώσσα προγραμματισμού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Java is a computer language.
 Η Java είναι γλώσσα προγραμματισμού.
language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vocabulary) (μτφ: λεξιλόγιο)γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λεξιλόγιο ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Don't use that sort of language! Please use more polite words.
 Μη χρησιμοποιείς τέτοια γλώσσα! Σε παρακαλώ να χρησιμοποιείς πιο ευγενικό λεξιλόγιο.
language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wording)γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The language of this document is really dry and boring.
 Αυτό το έγγραφο χρησιμοποιεί πολύ ανιαρή και ξερή γλώσσα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dialect) (τοπική γλώσσα)διάλεκτος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The language of one town can really differ from the next, even in the same country.
 Η διάλεκτος μιας πόλης μπορεί να διαφέρει πραγματικά από τη διάλεκτο μιας άλλης, ακόμα και στην ίδια χώρα.
language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (style of speech) (τρόπος ομιλίας)γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You could tell that she was from a lower-class background by her language.
 Μπορείς να καταλάβεις ότι προέρχεται από κατώτερη κοινωνική τάξη από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί.
language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vulgar words) (χυδαίες λέξεις)λεξιλόγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Don't use that language around the kids!
 Μη χρησιμοποιείς αυτό το λεξιλόγιο μπροστά στα παιδιά!
language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (any mode of expression) (μτφ: τρόπος έκφρασης)γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The language of dogs includes barks, growls and whimpers.
 Η γλώσσα των σκυλιών περιλαμβάνει γαβγίσματα, γρυλίσματα και κλαψουρίσματα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
American Sign Language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deaf language of North America)Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
ASL nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (American Sign Language)Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα φρ ωσ ουσ θηλ
  Νοηματική Γλώσσα ΗΠΑ φρ ωσ ουσ θηλ
bad language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (swearing, curse words)βωμολοχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)βρισιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Children often learn bad language from their parents and friends.
body language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (communication via gesture, etc.)γλώσσα του σώματος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I could tell from her body language that she was disappointed.
 Από τη γλώσσα του σώματός της καταλάβαινα ότι ήταν απογοητευμένη.
BSL nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (British Sign Language)Βρεταννική Νοηματική Γλώσσα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
coarse language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vulgar use of words) (αποδοκιμασίας)άσεμνο λεξιλόγιο επίθ + ουσ ουδ
  (πολύ άσεμνο)χυδαίο λεξιλόγιο επίθ + ουσ ουδ
  (μεταφορικά)χυδαία γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
  χυδαιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That kind of coarse language is not appropriate in front of your mother.
colorful language (US),
colourful language (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (rude words)άσεμνη γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
  άσεμνες εκφράσεις επίη + ουσ θηλ πλ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)γαλλικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 I have to warn you, this movie contains some rather colourful language.
colorful language (US),
colourful language (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (vivid description)γλαφυρός λόγος, παραστατικός λόγος επίθ + ουσ αρσ
 The author described the scene with such colorful language that I felt as though I were actually there.
computer language (coding)γλώσσα προγραμματισμού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
dead language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (no longer spoken)νεκρή γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Latin is a dead language.
dead language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (no longer a first language)δεύτερη γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
EFL nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (English as a Foreign Language)αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αγγλικά ως ξένη γλώσσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Laurie taught EFL in South Korea for two years.
English as a Foreign Language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (school subject)αγγλικά ως ξένη γλώσσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Gavin teaches English as a Foreign Language at a private language school.
English as a Second Language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (school subject)αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Louise has a diploma in teaching English as a Second Language.
ESL nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (English as a Second Language)Διδασκαλία της Αγγλικής ως Δεύτερης Γλώσσας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
figurative language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (non-literal expressions)μεταφορικός λόγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Metaphors and similes are examples of figurative language.
first language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mother tongue)μητρική γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 English is not my first language. The first language of most Australians is English.
foreign language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language not one's mother tongue)ξένη γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The sooner you start learning a foreign language, the easier it will be.
foreign-language study nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (learning of other languages)εκμάθηση ξένων γλωσσών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Foreign-language study is best done in the country in question.
formal language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (formal words, phrases)επίσημη γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Diplomacy is always conducted in very formal language.
foul language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (obscene words)αισχρή γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The use of foul language may offend some people.
graphic language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (imagery used to depict [sth])γλαφυρότητα, παραστατικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  παραστατικό λεξιλόγιο επίθ + ουσ ουδ
graphic language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (explicit or obscene words)άσεμνο λεξιλόγιο, τολμηρό λεξιλόγιο επίθ + ουσ ουδ
high-level language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (formal language)δόκιμη, επίσημη γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 C++ is a high-level language. High level programming languages use more human-like syntax.
informal language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (colloquial words and expressions)καθομιλουμένη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The lawyer explained the terms of the contract using informal language, so we could all understand.
language acquisition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (learning of a language)εκμάθηση γλώσσας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tom studied linguistics and language acquisition at university.
language arts nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (study of reading and writing)μελέτη/εκμάθηση γλώσσας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Four years of study in language arts are usually required to graduate high school in the US.
language assistant,
foreign language assistant
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(helps language teacher)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
language barrier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (difficulty in communication due to language difference)δυσκολία στην επικοινωνία εξαιτίας της γλώσσας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 To break through the language barrier when I was in Asia I communicated with gestures and drawings.
language group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (related dialects)γλωσσικός κλάδος επίθ + ουσ αρσ
  γλωσσική ομάδα επίθ + ουσ θηλ
language immersion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language learning by exposure) (μέθοδος διδασκαλίας)γλωσσική εμβάπτιση, γλωσσική εμβύθιση επίθ + ουσ θηλ
language laboratory nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (room with language-learning facilities)εργαστήριο γλωσσών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The language lab at my university just received 20 new computers.
language study nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (learning of foreign languages)εκμάθηση ξένων γλωσσών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have a degree in mathematics, but my true love is language study.
literary language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (writing, speech: formal or poetic style)λογοτεχνική γλώσσα/ύφος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Long complex sentences are a characteristic of literary language.
living language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language that is currently spoken)ζωντανή/ομιλούμενη γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Welsh is still a living language in many parts of Wales.
lost language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language that is no longer spoken) (μεταφορικά)νεκρή γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Trying to understand a lost language is like breaking a code. The Rosetta Stone helped us decipher the lost language of the ancient Egyptians.
 Το να προσπαθείς να καταλάβεις μια νεκρή γλώσσα είναι σα να σπας έναν κώδικα. Η Στήλη της Ροζέτας μας βοήθησε να αποκρυπτογραφήσουμε τη χαμένη γλώσσα των αρχαίων Αιγυπτίων.
low-level language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer code) (πληροφορική, προγραμματισμός)γλώσσα χαμηλού επιπέδου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  συμβολική γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
 Assembly language is a typical example of a low-level language.
 Η Assembly είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα γλώσσας χαμηλού επιπέδου.
machine language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer code) (Η/Υ)δυαδική γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
mother tongue,
mother language
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(native language)μητρική γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
 Juan's mother tongue is Spanish.
 Η μητρική γλώσσα του Χουάν είναι τα ισπανικά.
native language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (first language, mother tongue)μητρική γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My native language is English, but I learned French at school.
natural language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language that has evolved naturally)φυσική γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Programming languages and natural languages have many things in common.
obscene language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (swearing, curse words)αισχρολογία, βωμολοχία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You should not use obscene language around children.
official language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language with legal status)επίσημη/αναγνωρισμένη γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The United States of America has no official language. Canada Has two official languages, English and French.
 Ο Καναδάς έχει δυο επίσημες γλώσσες, τα Αγγλικά και τα Γαλλικά.
official language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (words used on government documents)επίσημη γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Official language is often nothing more than double-speak and innuendo.
poetic language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flowery, expressive words)ποιητικός λόγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
primary language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (most common language)κύρια γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
 The primary language of Montreal is French.
profane language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (obscenities, rude words)βλάσφημη γλώσσα, αισχρολογία, χυδαιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Don't use profane language around children!
programming language (computing)γλώσσα προγραμματισμού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
second language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (non-native language)ξένη γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
second language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language used in official setting)επίσημη γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
sign language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deaf language: visual signs)νοηματική γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He can communicate perfectly by using sign language.
 Μπορεί και επικοινωνεί τέλεια χρησιμοποιώντας τη νοηματική γλώσσα.
sign language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (communication by gesture)γλώσσα του σώματος, επικοινωνία με χειρονομίες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Kyle was doing sign language across the room to ask me if I wanted a drink.
source language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language from which [sth] is translated)γλώσσα-πηγή, γλώσσα πηγής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
spoken language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (speech, oral communication)προφορική γλώσσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
standard language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (official dialect)επίσημη γλώσσα/διάλεκτος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
symbolic language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (metaphor, analogy)συμβολική γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Poets often use symbolic language to describe events.
 Οι ποιητές συχνά χρησιμοποιούν συμβολική γλώσσα, για να περιγράψουν γεγονότα.
target language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language into which [sth] is translated)γλώσσα μεταφοράς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I usually translate from the source language into Spanish, the target language.
TESL nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (Teaching English as a Second Language)διδασκαλία αγγλικών ως δεύτερης γλώσσας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
vulgar language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (swear or curse words, profanity)χυδαία γλώσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The girl was sent out of the classroom for using vulgar language.
world language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language used in many countries)παγκόσμια γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
world language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (created language for worldwide use)παγκόσμια γλώσσα επίθ + ουσ θηλ
written language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (system of writing)γραπτός λόγος επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'language' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [Arabic] is my [second, native, first] language, [good, poor] language skills, [study, practice] a [second, foreign] language, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση language στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'language'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης