lane

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈleɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/leɪn/ ,USA pronunciation: respelling(lān)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (narrow road)σοκάκι, δρομάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (στην εξοχή)μονοπάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Erin drove up the lane to the house.
 Η Έριν οδήγησε στο δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι.
lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in road)λωρίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Kyle was pulled over by the police for failing to use his blinker when he changed lanes.
 Τον Κάιλ τον σταμάτησε η αστυνομία γιατί δε χρησιμοποίησε το φλας όταν άλλαζε λωρίδες.
lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bowling) (μπόουλινγκ)διάδρομος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Paul rented a lane at the bowling alley with his friends.
 Ο Πωλ νοίκιασε έναν διάδρομο στο μπόουλινγκ με τους φίλους του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shipping)δίαυλος ναυσιπλοΐας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  θαλάσσια οδός επίθ + ουσ θηλ
  (πιο γενικά)πορεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 During this time of year, the shipping lanes were often littered with dangerous icebergs.
lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports)διάδρομος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  διαδρομή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Gary accidentally went out of his lane during the swim meet and was disqualified.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
airway,
air lane
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(skyway: plane route)αεροδιάδρομος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There is a heavily traveled airway that passes right over our house.
cycle lane,
cycle path
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(path for cyclists)ποδηλατόδρομος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
fast lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (express lane of roadway)ταχεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
fast lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (competitive, exciting scene or activity)ενθουσιώδης κατάσταση επίθ + ουσ θηλ
  ανταγωνισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
lane closure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (road: closing a lane to traffic)κλείσιμο λωρίδας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
memory lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nostalgia)αναμνήσεις φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  τα παλιά, τα περασμένα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  το παρελθόν φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Mark's frequent visits to memory lane were beginning to annoy Paige.
passing lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (outside stream of a motorway)λωρίδα προσπέρασης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  λωρίδα προσπεράσματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
shipping lane (navigational route)οδός ναυσιπλοΐας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  θαλάσσια οδός επίθ + ουσ θηλ
swim lane (US),
swimming lane (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(area marked off in a pool)διαδρομή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
traffic lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (traffic stream marked off on a road)λωρίδα κυκλοφορίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lane' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [outer, outside, inner, inside] lane (of), the [central, middle] lane of the [highway, freeway], a [four] -lane [highway, freeway], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lane στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lane'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης