landscaping

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlænskeipiŋ/

From the verb landscape: (⇒ conjugate)
landscaping is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: landscaping, landscape

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
landscaping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (garden design)διαμόρφωση κήπων, αρχιτεκτονική κήπων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Did you do the landscaping yourself or hire someone?
 Έκανες τη διαμόρφωση του κήπου μόνος σου ή προσέλαβες κάποιον;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
landscape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rural scenery)τοπίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We stopped at the top of the mountain to admire the landscape.
 Σταματήσαμε στην κορυφή του βουνού για να θαυμάσουμε το τοπίο.
landscape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (painting of a rural scene) (ζωγραφικός πίνακας)τοπίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They bought a landscape at the art auction.
 Αγόρασαν έναν πίνακα με ένα τοπίο στη δημοπρασία έργων τέχνης.
landscape [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (design and plant for improved appearance) (κήπο, εξωτερικό χώρο)διαμορφώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My parents are going to landscape the front of their new house.
 Οι γονείς μου θα διαμορφώσουν την μπροστινή πλευρά του νέου σπιτιού.
landscape adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (paper format: not portrait) (προσανατολισμός χαρτιού)οριζόντιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Jim printed the table out in landscape format.
 Ο Τζιμ τύπωσε τον πίνακα σε οριζόντια μορφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'landscaping' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση landscaping στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'landscaping'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης