landmark

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlændmɑːrk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlændˌmɑrk/ ,USA pronunciation: respelling(landmärk′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
landmark nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building, geography)αξιοθέατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ορόσημο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σημείο αναφοράς φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The Statue of Liberty is a major American landmark.
 Το Άγαλμα της Ελευθερίας είναι ένα σημαντικό αμερικάνικο αξιοθέατο.
landmark nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in directions)ορόσημο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σημείο αναφοράς φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The big oak tree made an excellent landmark for people trying to find the local convenience store.
 Η μεγάλη βελανιδιά ήταν τέλειο ορόσημο για όσους προσπαθούσαν να βρουν το τοπικό παντοπωλείο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
landmark adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (important) (μεταφορικά)ορόσημο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σταθμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Congress made a landmark decision last week when they reduced taxes on small businesses.
 Το Κογκρέσο κατέληξε σε απόφαση-ορόσημο την περασμένη εβδομάδα όταν μείωσε τη φορολογία των μικρών επιχειρήσεων.
 Το Κογκρέσο κατέληξε σε απόφαση-σταθμό την περασμένη εβδομάδα όταν μείωσε τη φορολογία των μικρών επιχειρήσεων.
landmark nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (historic event) (μεταφορικά)ορόσημο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The cold war is a landmark that signals the dawning of the information age.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
landmark decision nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (court ruling)απόφαση ορόσημο, απόφαση σταθμός φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  ιστορική απόφαση επίθ + ουσ θηλ
 Roe vs Wade was a landmark decision by the Supreme Court on the issue of abortion.
landmark ruling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decision that sets legal precedent)θεμελιώδης δικαστική απόφαση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δικαστική απόφαση που αποτελεί δεδικασμένο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'landmark' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a landmark [tower, cliff, butte, castle], achieved (national) landmark [status, designation], the [tower, bridge, clock] is a (national) landmark, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση landmark στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'landmark'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης