landlocked

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlændlɒkt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlændˌlɑkt/ ,USA pronunciation: respelling(landlokt′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
landlocked adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (surrounded by land)που περιβάλλεται από ξηρά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)περίκλειστος, μεσόγειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Many of the US states are landlocked.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'landlocked' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση landlocked στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'landlocked'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης