lame

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈleɪm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/leɪm/ ,USA pronunciation: respelling((lām; also Fr. lam for Armor.)

Inflections of 'lame' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
lamer
adj comparative
lamest
adj superlative
Inflections of 'lame' (v): (⇒ conjugate)
lames
v 3rd person singular
laming
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
lamed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
lamed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lame adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (excuse: feeble) (μεταφορικά)φτηνός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)χαζός, γελοίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Tina offered a lame excuse about her dog and went home early.
 Η Τίνα είπε μια χαζή δικαιολογία για τον σκύλο της και πήγε νωρίς σπίτι.
lame adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (boring)βαρετός, ανιαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  άθλιος, ελεεινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Nate left the party early because it was lame.
 Ο Νέιτ έφυγε νωρίς από το πάρτι επειδή ήταν βαρετό.
lame adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (crippled)κουτσός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο, παλαιό)χωλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The horse had to be put down because it was lame.
 Στο άλογο έπρεπε να γίνει ευθανασία επειδή ήταν κουτσό.
lame adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: boring)βαρετός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Fred didn't want to hang out with Rachel because he thought she was lame.
 Ο Φρεντ δεν ήθελε να κάνει παρέα με τη Ρέιτσελ επειδή θεωρούσε ότι είναι βαρετή.
lame vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make lame)κουτσαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω κπ κουτσό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Peter rode his horse too hard on the track and lamed him.
 Ο Πίτερ πίεσε υπερβολικά το άλογό του στον ιππόδρομο και αυτό κουτσάθηκε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lame adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (body part: impaired, disabled) (πόδι)κουτσός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μέλος γενικά)σακατεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Horace couldn't write anymore because of his lame hand.
lamé nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (metal thread)λαμέ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  λαμέ ύφασμα επίθ άκλ + ουσ ουδ
 The skirt was made of gold lamé.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lame duck nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] or [sth] ineffectual)ανίσχυρος, ανήμπορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που δεν έχει καμία εξουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αποδοκιμασίας)άχρηστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Ο αγγλικός όρος αναφέρεται σε εκλεγμένους πολιτικούς των οποίων η θητεία κοντεύει να τελειώσει.
 That guy is such a lame duck; he's never going to make anything of his life.
lame excuse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unconvincing attempt to justify)χαζή δικαιολογία επίθ + ουσ θηλ
  (πιο επίσημο)αβάσιμο επιχείρημα, σαθρό επιχείρημα επίθ + ουσ ουδ
 Saying that your alarm clock didn't ring is a lame excuse for being this late. Dropping your cigarette is a lame excuse for crashing your car.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lame' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [don't be, you're] so lame!, this is so lame!, this is a lame excuse for a [pizza, vacation], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lame στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lame'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης