lag

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlæg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/læg/ ,USA pronunciation: respelling(lag)

Inflections of 'lag' (v): (⇒ conjugate)
lags
v 3rd person singular
lagging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
lagged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
lagged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lag viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (rate, production: slow down)καθυστερώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)μένω πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The project started well, but then ran into difficulties and began to lag.
 To πρότζεκτ ξεκίνησε καλά, αλλά προέκυψαν δυσκολίες και άρχισε να καθυστερεί.
lag viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (fall behind in a race)μένω πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)χάνω έδαφος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sean tripped at the start of the race and was soon lagging.
 Ο Σoν σκόνταψε στην αρχή του αγώνα και σύντομα έμεινε πίσω.
lag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (time delay) (πληροφορική: αργή ανταπόκριση)υστέρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ηλεκτρολογία)υστέρηση φάσης, καθυστέρηση φάσης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  lag ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Στην αργκό, το φαινόμενο της υστέρησης φάσης εκφράζεται, συχνά, με τη χρήση του ρήματος «λαγκάρω» (π.χ. το ηλεκτρονικό παιχνίδι λαγκάρει τρελά. Το αυτοκίνητο λαγκάρει, όταν βάζεις μεγαλύτερη ταχύτητα).
 The movie was running with a lot of lag.
 Η ταινία είχε πολύ lag.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated or regional (stave, strip) (ξυλουργική)βαρελοσάνιδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βαρελοσανίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The carpenter fixed the lags together to make a barrel.
 Ο ξυλουργός τοποθέτησε τα βαρελοσάνιδα το ένα δίπλα στο άλλο, για να φτιάξει ένα βαρέλι.
lag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wooden slat of a barrel) (ξυλουργική: κυρτή σανίδα βαρελιού)δούγα, ντούγα, ντούγια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ξυλουργική)πηχάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The cooper bound the lags into shape.
 Ο βαρελοποιός ένωσε τις δούγες, για να φτιάξει το βαρέλι.
lag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang (prisoner)κρατούμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  φυλακισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Aaron spent three years as a lag.
lag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: late payment)καθυστέρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Due to Larry's lag in payment, his credit score suffered.
lag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, AU, dated, slang (long-term prisoner)κρατούμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  φυλακισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά, πιο γενικό)παλιά καραβάνα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 George was one of the prison's oldest lags; he had been inside for fifteen years.
lag viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (fall behind in studies) (μεταφορικά)μένω πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Brad had to have private tutoring because he was lagging in his studies.
lag [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (insulate: a pipe)μονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επενδύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ντύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
jet lag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fatigue caused by plane travel)τζετ-λαγκ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 I get jet lag if I travel through more than four time zones.
 Παθαίνω τζετ-λαγκ όταν ταξιδεύω και αλλάζω παραπάνω από τέσσερις ζώνες ώρας.
lag behind vi + adv (not be as fast)μένω πίσω ρ αμ + επίρ
 Jim was lagging behind while the other runners were approaching the finishing line.
lag behind [sb/sth] vi + prep (not be as fast)μένω πίσω από κπ/κτ, μένω πίσω σε σχέση με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Clarkson was lagging behind the leading group of cyclists.
lag behind vi + adv figurative (not stay up to date) (μεταφορικά)μένω πίσω ρ αμ + επίθ
  υπολείπομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 In terms of technological innovation, the company was lagging behind.
 Η εταιρεία έμεινε πίσω σε θέματα τεχνολογικής καινοτομίας.
lag behind [sb/sth] vi + prep figurative (not maintain: standards, pace) (με γενική)αδυνατώ να φτάσω στο επίπεδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υπολείπομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 In the economic recovery, manufacturing is lagging behind other sectors.
 Κατά την οικονομική ανάκαμψη, η μεταποίηση δεν κατάφερε να φτάσει στο επίπεδο των υπόλοιπων τομέων.
lag screw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of threaded bolt) (είδος βίδας)ξυλόβιδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  στριφώνι, στριφόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
lag-free,
lag free
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(computing: without delays)χωρίς καθυστέρηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: hyphen omitted when term is an adjective after a noun
time lag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (delay in time)χρονική καθυστέρηση επίθ + ουσ θηλ
  χρονοκαθυστέρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lag' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the lag time between, am still suffering from jet lag, How's your jet lag?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lag στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lag'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης