Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

ladder dredge


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο ladder παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: dredge

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ladder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (set of rungs for climbing) (φορητή, όχι κτιρίου)σκάλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 John used the ladder to climb onto the roof to clean out the gutters.
 Ο Τζον χρησιμοποίησε μια σκάλα για να ανέβει στη στέγη και να καθαρίσει την υδρορροή.
ladder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (corporate ladder)κλίμακα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)σκάλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Dan started working as an intern and worked his way up the ladder over the next few decades.
ladder [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (tear: tights, stockings)σκίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I laddered my tights trying to climb over the fence.
 Έσκισα το καλσόν μου προσπαθώντας να σκαρφαλώσω πάνω από τον φράκτη.
ladder viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." UK (tights, stockings: run)σκίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (από καλσόν)φεύγουν πόντοι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My stockings were so sheer, they laddered after ten minutes' wear.
 Το καλσόν μου ήταν τόσο λεπτό που σκίστηκε δέκα λεπτά αφού το φόρεσα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ladder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tights: run) (καλσόν)τρύπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σκίσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πόντος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Stacy's tights had a ladder in them.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
career ladder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (advancement in a job) (ανεβαίνω στην)κλίμακα, ιεραρχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κάνω)καριέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη, σπάνιο)κλίμακα της σταδιοδρομίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία και αποδίδεται κατά περίπτωση.
 Peter works a lot of overtime in hopes that he can climb the career ladder quickly.
climb the ladder v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (advance your career)ανεβαίνω στην κλίμακα της ιεραρχίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ανεβαίνω τη σκάλα της ιεραρχίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μτφ: με ανήθικα μέσα)αναρριχώμαι, σκαρφαλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He was determined to climb the ladder and become the company chairman one day.
corporate ladder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (hierarchy within a business) (ετερείας, επιχείρησης)ιεραρχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
fish ladder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (channel allowing fish past barriers)ιχθυοδίοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
ladderproof,
ladder-proof
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
UK (of stockings, tights)που δεν χάνει πόντους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δεν σκίζεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
property ladder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (progress from cheaper to more expensive housing) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Προτείνεται ελεύθερη απόδοση. Μετάβαση από φθηνότερη σε ακριβότερη ιδιοκτησία.
 When they were approved for a home loan, they were able to leave their apartment and move up the property ladder.
rope ladder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ladder made primarily of rope)σκάλα από σκοινί ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The best way to get up the tree was by the rope ladder.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ladder dredge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ladder dredge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης